Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύλλο 1983-2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύλλο 1983-2. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Ιανουαρίου 01, 2013

Διαχωρίζουν τη θέση τους από τη ΣΑΚΕ

Επανάσταση. Χρ. 2, Αρ. Φύλλου 2, Φλεβάρης 1983

Διαχωρίζουν τη θέση τους από τη ΣΑΚΕ

Δημοσιεύουμε παρακάτω γράμμα κομμουνιστών από την Θεσσαλονίκη, που διαχωρίζουν τη θέση τους από την αντιαλβανική, αντιμαρξιστική και διασπαστική γραμμή της ΣΑΚΕ. Το γράμμα δημοσιεύεται συντομευμένο από την σύνταξη της εφημερίδας. Στο σημείο 4 που παραλείπουμε κριτικάρονται οι ρεβιζιονιστικές απόψεις της ΣΑΚΕ σχετικά με την μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Δημοσιεύουμε μόνο τα αρχικά των ονομάτων για ευνόητους λόγους. Μαζί με το γράμμα λάβαμε και 5.000 δραχμές για οικονομική ενίσχυση της εφημερίδας

Αγαπητή «Επανάσταση»,

1. Η οπορτουνιστική καθοδήγηση της ΣΑΚΕ σε άρθρο της στον τελευταίο «Οχτώβρη» (Φλεβάρης 1983) αναφέρεται σε μας που αποχωρήσαμε πριν λίγο καιρό από τις γραμμές της και πληροφορεί τους αναγνώστες της, ότι: α) αποφεύγουμε δήθεν την αντιπαράθεση με την καθοδήγηση της ΣΑΚΕ και προτιμούμε τον «βολικό δρόμο της λασπολογίας και του ατομικού κουτσομπολιού». Είναι πασίγνωστο όμως, ότι εμείς πρώτοι ζητήσαμε δημόσια αντιπαράθεση με γράμμα που στείλαμε στον «Οχτώβρη» στις 18-12-82. Φυσικά, παρά τις υποσχέσεις της ΣΑΚΕ, δεν δημοσιεύτηκε όπως δεν δημοσιεύτηκαν και τα άλλα δυο που στείλαμε αργότερα. Ποιος λοιπόν αποφεύγει την αντιπαράθεση; Ή καλύτερα ποιος κοροϊδεύει τους αναγνώστες του; β) Η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ αφού δεν δημοσίευσε το γράμμα μας, παίρνει μόνη της το δικαίωμα(!!) να διαστρεβλώσει τις θέσεις μας, γράφοντας ότι προπαγανδίζουμε «τυφλή υποταγή στο ΚΕΑ» ή ότι «η σοσιαλιστική κοινωνία δημιουργεί ανταγωνισμούς ...» κ.λ.π. Την προκαλούμε να δημοσιεύσει έστω και ένα απόσπασμα από τα γράμματά μας που να φαίνεται κάτι τέτοιο, γ) το «ταλαντευόμενα ασταθή στοιχεία», οι «νεροκουβαλητές της προβοκάτσιας» και οι άλλες βρισιές έχουν οπωσδήποτε την πολιτική τους εξήγηση. «Η βρισιά στην πολιτική συχνά καλύπτει την τέλεια έλλειψη ιδεολογικού περιεχομένου, το αδιέξοδο και την αδυναμία, την ενοχλητική αδυναμία των υβριστών» (από το άρθρο του Λένιν «η πολιτική σημασία των ύβρεων»).

Αν λοιπόν θέλουμε κάτι να πούμε στην καθοδήγηση της ΣΑΚΕ είναι μονάχα αυτό: να σέβεται τους αναγνώστες της. Όσο για την αντιπαράθεση, της δίνουμε για άλλη μια φορά την ευκαιρία, αν και είμαστε βέβαιοι ότι για άλλη μια φορά θα φυγομαχήσει.

2. Από τη μεριά μας θέλουμε να κάνουμε γνωστό στους επαναστάτες τους λόγους που αποχωρήσαμε από τη ΣΑΚΕ, να δείξουμε τον οπορτουνιστικό της χαραχτήρα και τη διασπαστική της γραμμή που αντιπαρατίθεται σήμερα στην επαναστατική Μαρξιστική-Λενινιστική γραμμή του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας και του Διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος.

Αλλά για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από την εποχή που το ΚΕΑ πέρασε στο στάδιο της πολεμικής ενάντια στο Μαοϊκό ρεβιζιονισμό, οι Μαοϊκοί του ΚΚΕ(μ -λ) βγήκαν ανοιχτά και κατασυκοφαντούσαν το ΚΕΑ. Προσπαθώντας να αποφύγουν ξεκάθαρη τοποθέτηση στα ζητήματα που απασχολούσαν τότε το Διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα, άρχισαν να λένε: «που ήταν τόσα χρόνια το ΚΕΑ;», «γιατί δεν τάλεγε αυτά νωρίτερα», «πώς έγινε και μέσα σ’ ένα βράδυ ισοπεδώνει το ΚΚΚ και το Μάο Τσε Τουνγκ;». Το ΚΚΕ(μ-λ) συκοφαντούσε επίσης σαν «παπαγάλους» τα άλλα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα, μιλούσε για «Κόμμα-Πατέρα»,προβοκάροντας έτσι το ΚΕΑ και το Διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό κίνημα. Και ενώ θα περίμενε κανένας από τη ΣΑΚΕ, να απορρίψει και να πολεμήσει αυτές τις συκοφαντίες, να υπερασπίσει την επαναστατική γραμμή του ΚΕΑ, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Τις συκοφαντίες αυτές των μαοϊκών ρεβιζιονιστών, η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ τις υιοθέτησε και αφού τις «ντοκουμεντάρισε» με μια δήθεν Μαρξιστική-Λενινιστική ανάλυση τις έστειλε τον Μάρτη του 1979 στο ΚΕΑ απαιτώντας (!!!) απ' αυτό να κάνει αυτοκριτική (!!!). Με το χυδαίο αυτό αντιμαρξιστικό, αντιαλβανικό λιβελογράφημα που έστειλε στο ΚΕΑ η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ πέρασε οριστικά από την άλλη μεριά του οδοφράγματος.

Για όλα τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά κόμματα όμως, για όλους τους επαναστάτες η γραμμή του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, όπως αναλύεται από τον σύντροφο Ενβέρ Χότζια στο έργο του «Ιμπεριαλισμός και Επανάσταση», «7ο συνέδριο του ΚΕΑ», «Σημειώσεις για την Κίνα», «8ο Συνέδριο του ΚΕΑ» και αλλού, είναι πέρα για πέρα σωστή, επαναστατική, Μαρξιστική-Λενινιστική. Ας αφήσουμε τη ΣΑΚΕ αυτή μας τη στάση να την ονομάζει «παπαγαλισμό», «πιθηκισμό» ή όπως λέει στο τελευταίο της σχόλιο «τυφλή υποταγή στο ΚΕΑ».

3. «Μελετώντας» τον πόλεμο Αργεντινής-Αγγλίας για τις Μαλβίνες η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ πήρε τη θέση ότι ο πόλεμος και από τις δυο μεριές είναι αντιδραστικός και άδικος. Για το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα όμως ο αγώνας ενός καταπιεζόμενου έθνους (της Αργεντινής στη συγκεκριμένη περίπτωση) ενάντια στην ιμπεριαλιστική-αποικιοκρατική εξάρτηση είναι σωστός και δίκαιος. Και δεν είναι τόσο το ζήτημα, που εδώ ή ΣΑΚΕ στην ουσία υπερασπίζει την αποικιοκρατία, ούτε που η αντίληψή της γενικά για το ζήτημα του πολέμου είναι αντιλενινιστική, αλλά που και σ’ αυτό το ζήτημα θεωρεί οπορτουνιστική τη γραμμή του ΚΕΑ και του Διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος.

5. Ίσως θα περίμενε όμως κανένας, η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ να ξανακοιτάξει τα ζητήματα, να αναθεωρήσει τις θέσεις της και να αποδεχθεί την κοινή επαναστατική γραμμή του Διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος. Ήρθε όμως η Β’ Συνδιάσκεψη τον Μόρτη του 1982 όπου η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ περνά σε νέα ανοιχτή επίθεση ενάντια στο ΚΕΑ και στο Διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ μ' αυτές τις συκοφαντίες της ΣΑΚΕ ενάντια στο ΚΕΑ και στα άλλα Μαρξιστικά-Λενινιστικά Κόμματα. Αξίζει όμως να τις διαβάσουν όσοι ενδιαφέρονται για το επαναστατικό κίνημα. Είναι στη μπροσούρα «υλικό της Β' Συνδιάσκεψης» σελ. 14-15. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι να σκεφθούν τα μέλη και οι οπαδοί της ΣΑΚΕ. Αν είναι έτσι όπως λέει η ΣΑΚΕ γιατί να τηρείται μια τέτοια στάση μόνο απέναντι στη ΣΑΚΕ; και γιατί όλα το Μαρξιστικά-Λενινιστικά Κόμματα την υιοθετούν; Την σωστή απάντηση, κατά την γνώμη μας, την δίνει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, «Το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας υποστηρίζει με όλες τις δυνάμεις τον επαναστατικό αγώνα των Μαρξιστικών-Λενινιστικών Κομμάτων. Σύμφωνα με την άποψή μας, κάθε Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κόμμα, σε πρώτη γραμμή, στηρίζεται στο προλεταριάτο και στις πλατιές λαϊκές μάζες της χώρας του, μα έχει και πρέπει να έχει και την υποστήριξη του παγκόσμιου προλεταριάτου, την υποστήριξη και την αλληλεγγύη όλων των πραγματικών Μαρξιστικών-Λενινιστικών Κομμάτων των διαφόρων χωρών, και πρώτα απ' όλα των πραγματικών σοσιαλιστικών χωρών. Μα για να έχει αδιάκοπα και αφειδώλευτα αυτή την υποστήριξη, είναι απαραίτητο το κάθε κόμμα να καθοδηγείται με συνέπεια από το Μαρξισμό-Λενινισμό, από την ιδεολογία του προλεταριάτου» (υπογράμμιση δική μας) (Ενβέρ Χότζια, εισήγηση στο 7ο Συνέδριο του ΚΕΑ, σελ. 304,Αθήνα 1976). Η ΣΑΚΕ λοιπόν δεν θεωρείται τμήμα του Διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος επειδή ακριβώς «δεν καθοδηγείται με συνέπεια από τον Μαρξισμό-Λενινισμό, από την ιδεολογία του προλεταριάτου».

. 6. Η ΣΑΚΕ, όχι μόνον δεν είδε αυτοκριτικά την πορεία της στη Β' Συνδιάσκεψη αλλά μερικούς μήνες αργότερα, στον «Οχτώβρη» (Σεπτέμβρης 1982) ξανακαλεί τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά Κόμματα, και πρώτα-πρώτα το ΚΕΑ, να ακολουθήσουν, όπως λέει, το παράδειγμα της (!!!). Εδώ πρώτο καλεί τα Μαρξιστικά-Λενινιστικά Κόμματα να κάνουν «αυτοτελή επαλήθευση» της πείρας και της γραμμής του ΚΕΑ, γιατί σύμφωνα με τη ΣΑΚΕ αυτά «παπαγαλίζουν» ή όπως λέει τώρα πιο όμορφα «επαναλαμβάνουν μηχανιστικά τις τελευταίες αποφάσεις του». Και μάλιστα θεωρεί ότι αυτό το ζήτημα «έχει σήμερα τεράστια σημασία για το παγκόσμιο Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα», γιατί όπως λέει παρακάτω «μόνο η αυτοτελής επαλήθευση ...» «μπορεί να οδηγήσουν ...» «στη δημιουργία ασφαλών προϋποθέσεων για το ότι καμιά οπορτουνιστική ή ρεβιζιονιστική άποψη δεν θα περάσει σε κάποιο κόμμα απλά και μόνο επειδή καλύπτεται από το κύρος κάποιου άλλου που έχει μεγαλύτερη πείρα». Αυτή τη φορά ανοιχτά και απροκάλυπτα η καθοδήγηση της ΣΑ ΚΕ αναλαμβάνει να προστατέψει το Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα από τις «οπορτουνιστικές» απόψεις του ΚΕΑ (!!!). Εδώ ας κρίνουν μόνοι τους όσοι ενδιαφέρονται για το επαναστατικό κίνημα, τα δικά μας σχόλια περιττεύουν.

Δεύτερο, καλώντας το Διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα να υιοθετήσει σαν κανόνα που πρέπει να διέπει τις σχέσεις ανάμεσα στα κόμματα, την ανοιχτή κριτική, η ΣΑΚΕ όχι μονάχα δεν πρωτοτυπεί αλλά ανοιχτά επιδιώκει τη διάσπαση του διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος. Και δεν πρωτοτυπεί γιατί ενάντια στη Λενινιστική Αρχή, σύμφωνα με την οποία οι όποιες διαφωνίες μεταξύ Μαρξιστικών-Λενινιστικών κομμάτων δεν πρέπει να γίνονται γνωστές στον ταξικό εχθρό και είναι απαραίτητο να ξεπερνιούνται με συντροφικές συνομιλίες, στρέφονται σήμερα όλα τα ρεύματα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού (Χρουτσωφικό, Γιουγκοσλάβικο, Κινέζικο, Ευρωκομμουνιστικό) και ιδιαίτερα οι Ευρωκομμουνιστές. Είναι παραπέρα καθαρά διασπαστική γιατί όχι μονάχα δεν προσφέρει τίποτε παραπάνω, απ' ότι προσφέρουν οι συντροφικές συνομιλίες, αλλά «οπλίζει και το χέρι του ταξικού εχθρού». Όπως επισημαίνει το ΚΕΑ «το ανέμισμα μπροστά στον εχθρό των διαφωνιών ανάμεσα στα αδελφό κόμματα δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν μια σοβαρή και Μαρξιστική-Λενινιστική συμπεριφορά» (Ιστορία του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, Τόμος 2ος,σελ. 84,Αθήνα1977).

Μελετώντας κανείς την πείρα της Γ' Κομμουνιστικής Διεθνούς και μετέπειτα του Γραφείου Πληροφοριών (Κομινφόρμ) των Κομμουνιστικών Κομμάτων, την πορεία των σχέσεων ανάμεσα στο ΚΚΕ του Ν. Ζαχαριάδη και του ΚΕΑ όπως αυτή αναλύεται στο βιβλίο του συντρόφου Ενβέρ Χότζια «Με τον Στάλιν, Αναμνήσεις», την πολεμική του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης και του Στάλιν ενάντια στο Τιτοϊκό ρεβιζιονισμό καθώς και την πολεμική του ΚΕΑ ενάντια στους Χρουτσωφικούς ρεβιζιονιστές και αργότερα στους μαοϊκούς ρεβιζιονιστές, δεν μπορεί, παρά να διαπιστώσει, ότι η Λενινιστική θέση είναι αυτή που αναφέρεται στην «Κοινή Δήλωση» των 4 Μαρξιστικών-Λενινιστικών Κομμάτων: «αποφασίστηκε ομόφωνα να συνεχισθούν οι πολυμερείς επαφές, σαν ένα από τα πιο σημαντικά μέσα ενίσχυσης της ενότητας του Διεθνούς Κομμουνιστικού Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος πάνω στη βάση του Μαρξισμού-Λενινισμού και του Προλεταριακού Διεθνισμού».

7. Κάτω από την πίεση της ΟΚΜΛΕ και της «Επανάστασης» και την αποχώρηση τη δική μας, και επειδή την αντιαλβανική-αντιμαρξιστική της γραμμή την περνάει κάτω από τη μάσκα της «υπεράσπισης» του ΚΕΑ και της ΛΣΔ Αλβανίας, η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ υποχρεώθηκε τελευταία να δημαγωγήσει. Έτσι: α) αυξήθηκαν στον «Οχτώβρη» τα άρθρα για την Αλβανία β) «υπεράσπισε» το ΚΕΑ παίρνοντας θέση για τον προδότη, πράκτορα και επικίνδυνου εχθρού της σοσιαλιστικής Αλβανίας Μεχμέτ Σέχου στο «σύντομο» χρονικό διάστημα του ...ενός χρόνου (!!!) γ) θυμήθηκε, μετά τρία ολόκληρα χρόνια (!!!), να προπαγανδίσει τον Ραδιοφωνικό σταθμό Τιράνων στον «Οχτώβρη». Φυσικά όλα αυτά δεν είναι σύμπτωση. Σύμπτωση είναι μόνο που μπέρδεψε τις ώρες και τα μήκη κύματος (!!!).

Πέρα από το κωμικό της υπόθεσης η τέτοια «υπεράσπιση» του ΚΕΑ και του Διεθνούς Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος είναι ψεύτικη και δημαγωγική, εφόσον η καθοδήγηση της ΣΑΚΕ εμμένει στις οπορτουνιστικές της απόψεις, τις όποιες άρχισε να προπαγανδίζει από το 1978 και τις ανακήρυξε σε επίσημη γραμμή της στην Α' Συνδιάσκεψη το 1979 και στη συνέχεια, αργότερα, τις επέκτεινε παραπέρα.

8. Το ζήτημα που μπαίνει σε κάθε επαναστάτη, στα μέλη και στους οπαδούς της ΣΑΚΕ είναι να μπουν στην ουσία των ζητημάτων και να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους. Ή με την επαναστατική Μαρξιστική-Λενινιστική γραμμή του ΚΕΑ και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος ή με την οπορτουνιστική αντιμαρξιστική διασπαστική γραμμή της καθοδήγησης της ΣΑΚΕ που αντικειμενικά ενώνεται σε κοινό μέτωπο με τον διεθνή και ντόπιο ρεβιζιονισμό όλων των αποχρώσεων (Σοβιετικό, Γιουγκοσλάβικο, Κινέζικο, Ευρωκομμουνισμό) ενάντια στο Διεθνές Μαρξιστικό-Λενινιστικό Κίνημα. Πάντα έτσι τίθονταν το ζήτημα, έτσι τίθεται και σήμερα. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Καλούμε κάθε επαναστάτη, κάθε πρώην συναγωνιστή και σύντροφο, να αναλογισθεί τις ευθύνες του να ξεκόψει από τη ΣΑΚΕ και να πλαισιώσει την ΟΚΜΛΕ στην πάλη για την επανίδρυση του κόμματος του Ελληνικού προλεταριάτου, αναπόσπαστου τμήματος του Διεθνούς Κομμουνιστικού Μαρξιστικού-Λενινιστικού Κινήματος.

Θεσσαλονίκη Φλεβάρης 1983

Γ.Κ. πρώην στέλεχος της ΣΑΚΕ
Γ.Λ. εξωκομματικός,μέλος του Δ.Σ. του Συνδικάτου Κλωστοϋφαντουργών και Πλεκτών Β. Ελλάδος
Ο.Σ. εξωκομματικός, συνδικαλίστρια φοντοράπτες
Γ.Θ. Εξωκομματικός
Ν.Μ. εξωκομματικός
Γ.Χ. εξωκομματικός
Θ.Χ. εξωκομματικός
Θ.Λ. εξωκομματικός

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2012

Ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός - εχθρός της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας του λαού μας και των βαλκανικών λαών

Επανάσταση, Χρ. 2ος, Αρ. Φύλλου 2, Φλεβαρης 1983

Ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός - εχθρός της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας του λαού μας και των βαλκανικών λαών

«Η στρατηγική των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών δεν έχει τίποτε το κοινό με το σοσιαλισμό και το λενινισμό, όπως ισχυρίζονται. Είναι στρατηγική ενός ληστρικού ιμπεριαλιστικού κράτους που επιδιώκει να εξαπλώσει την ηγεμονία και την κυριαρχία του σ' όλες τις ηπείρους και σ' όλες τις χώρες».

ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΖΙΑ

Η ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου στη Σοβιετική Ένωση - μετά το θάνατο του Μεγάλου Στάλιν - από την αποστάτρια ρεβιζιονιστική προδοτική κλίκα των Χρουτσώφ - Μπρέζνιεφ οδήγησε αναπόφευχτα στην πλήρη παλινόρθωση του καπιταλισμού σ' αυτή και στην μετατροπή της σε ιμπεριαλιστική υπερδύναμη που ανταγωνίζεται με την άλλη ιμπεριαλιστική υπερδύναμη τις ΕΠΑ για σφαίρες επιρροής και για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.

Η σημερινή Σοβιετική Ένωση όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με την σοσιαλιστική Σοβιετική Ένωση των Λένιν - Στάλιν αλλά είναι ακριβώς το αντίθετό της, είναι μια χώρα καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική. Και δεν είναι απλώς μια μικρή ιμπεριαλιστική χώρα αλλά μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη.

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια αναλύοντας στο 7ο συνέδριο του ΚΕΑ τη διεθνή κατάσταση από τη σκοπιά του μαρξισμού - λενινισμού τονίζει: «οι δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής και η Σοβιετική Ένωση, είναι οι μεγαλύτερες και οι πιο επικίνδυνες επιθετικές δυνάμεις που γνώρισε η ιστορία. Οι υπερδυνάμεις, χωριστά ή ενωμένες, στο ίδιο μέτρο και στον ίδιο βαθμό, εκπροσωπούν τον κυριότερο εχθρό για το σοσιαλισμό, για την λευτεριά και την ανεξαρτησία των εθνών, τη μεγαλύτερη δύναμη για την υπεράσπιση των καταπιεστικών και εκμεταλλευτικών συστημάτων, τον άμεσο κίνδυνο για να ρίξουν την ανθρωπότητα σ' ένα τρίτο παγκόσμιο πόλεμο» (Ε. Χότζια, Έκθεση στο 7ο συνέδριο του ΚΕΑ, σελ. 208, Αθήνα 1976).

Δεν υπάρχει σήμερα σημείο της γης που να μένει έξω από τον άγριο ανταγωνισμό των δυο ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων ΕΠΑ και ΕΣΣΔ. Όμως οι Βαλκανικές χώρες και ιδιαίτερα η χώρα μας λόγω της μεγάλης στρατηγικής σημασίας που έχει για την Ευρώπη και επειδή έχει διέξοδο προς την Μεσόγειο (ενδιαφέρει ιδιαιτέρα τους ιμπεριαλιστές η διώρυγα του Σουέζ και to Γιβραλτάρ) και επιπλέον αποτελεί συνδετικό κρίκο προς την Εγγύς Ανατολή καθώς και την Αφρική, συγκεντρώνει το ασταμάτητο και έντονο ενδιαφέρον των δυο ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων ΕΠΑ και ΕΣΣΔ.

Όλες οι χώρες των Βαλκανίων, όπως Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Ρουμανία - εκτός από την ΛΣΔ Αλβανίας, που είναι όχι μόνο η μοναδική σοσιαλιστική χώρα στον κόσμο, αλλά και η μόνη πραγματικά ανεξάρτητη - είναι υποταγμένες αντίστοιχα στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στον σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό. Είναι χώρες γεμάτες με στρατιωτικές βάσεις και πυρηνικό όπλα, χώρες των οποίων την εθνική ανεξαρτησία καταπατούν καθημερινά οι ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις και οι λαοί τους δέχονται συνέχεια τις ωμές αναμείξεις τους στις εσωτερικές τους υποθέσεις και στενάζουν κάτω από το πέλμα τους.

Η Ελλάδα είναι δεμένη, ακόμα και σήμερα, χειροπόδαρα στο άρμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Είναι ολόπλευρα υποταγμένη, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά στις ΕΠΑ, την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ. Όλες οι ως τώρα κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του ΠΑΣΟΚ, ακολούθησαν μια πολιτική υποτέλειας, μια πολιτική ξεπουλήματος των εθνικών συμφερόντων, μια πολιτική εξυπηρέτησης των συμφερόντων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του ΝΑΤΟ.

Ο ελληνικός λαός, από χρόνια τώρα, διεξάγει ένα σκληρό αγώνα για να απαλλαχθεί από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση των ΕΠΑ και των ιμπεριαλιστών της ΕΟΚ και για να διώξει τις στρατιωτικές βάσεις και τα πυρηνικά όπλα από το έδαφος της χώρας μας, τα οποία αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για το λαό μας και για τους γειτονικούς Βαλκανικούς λαούς.

Την αντιιμπεριαλιστική πάλη του λαού μας ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και για την απόχτηση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας, προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί η σοσιαλιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση για τα δικά ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, η οποία καταβάλει τα τελευταία χρόνια συστηματικές προσπάθειες για να διεισδύσει στη χώρα μας.

Μέσα στα πλαίσια του ανταγωνισμού στα Βαλκάνια των δυο ιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων και στις προσπάθειες της Σοβιετικής Ένωσης να διεισδύσει οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά στη χώρα μας και να καταχτήσει θέσεις σε βάρος των ΕΠΑ, εντάσσεται και το ταξίδι που πραγματοποίησε στις 21 Φλεβάρη στην Αθήνα ο εκπρόσωπός του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού Ν. Τίχονοφ.

Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές στην προσπάθειά τους να διεισδύσουν στη χώρα μας έχουν την άμεση υποστήριξη των λακέδων και πιστών υπηρετών τους των προδοτών ρεβιζιονιστών ηγετών του «Κ»ΚΕ και του «Κ»ΚΕ εσ. καθώς και των ρεφορμιστικών συνδικάτων ΕΣΑΚ-Σ και ΑΕΜ. Αυτοί όμως που διακρίθηκαν ιδιαίτερα για την δουλοπρέπειά τους απέναντι στο αφεντικό τους το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, δουλοπρέπειά που θα την ζήλευαν ακόμα και οι λακέδες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οι έλληνες μοναρχοφασίστες, ήταν οι προδότες ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ.

Βέβαια και ο εκπρόσωπος του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού Τίχονοφ είχε φορέσει την μάσκα του «ειρηνόφιλου», παριστάνοντας το «περιστέρι της ειρήνης», του «φίλου» του ελληνικού λαού, του «υπερασπιστή» της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας, αλλά αυτοί που είχαν αναλάβει τη συστηματική διαφήμισή του ήταν η αντικομμουνιστική ρεβιζιονιστική κλίκα του Φλωράκη.

Το ρεβιζιονιστικά «Κ»ΚΕ δεν είναι μόνο προδότης των συμφερόντων του ελληνικού προλεταριάτου και θανάσιμος εχθρός της προλεταριακής επανάστασης και του κομμουνισμού, είναι ακόμα και προδότης των εθνικών συμφερόντων. Διαβάζοντας κανείς αυτές τις μέρες τη ρεβιζιονιστική φυλλάδα «Ριζοσπάστης» διαπιστώνει εύκολα πώς δεν υστερεί σε τίποτε και δεν διαφέρει καθόλου από τις φυλλάδες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας που προπαγάνδιζαν μεταπολεμικό την ιμπεριαλιστική επιθετική πολιτική των ΕΠΑ σαν «σωτηρία» για τους λαούς της Ευρώπης, που εμφάνιζαν τις ΕΠΑ σαν «υπερασπιστή» της εθνικής ανεξαρτησίας των ευρωπαϊκών κρατών και την εφαρμογή του «σχέδιου Μάρσαλ» σαν την πρώτη φάση στο δρόμο του «σοσιαλισμού». Εκεί που διαφέρουν είναι, απλώς τα αφεντικά - ιμπεριαλιστές. Για τους σοσιαλδημοκράτες ήταν ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ενώ για το «Κ»ΚΕ είναι ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός. Η πολιτική της προδοσίας των εθνικών συμφερόντων που ακολουθούν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ εκφράζεται ανάγλυφα αυτές τις μέρες στην αρθρογραφία του «Ριζοσπάστη».

Ο «Ρ» διαφημίζει τον εκπρόσωπο του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού Τίχονοφ σαν «ένα πολύτιμο φίλο του λαού μας», σαν «αγγελιοφόρο της ειρήνης», κλπ. Και για την καπιταλιστική - ιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση γράφει: «φίλος και συμπαραστάτης, η Σοβιετική Ένωση, δεν έρχεται να εκβιάσει παραχωρήσεις, να απαιτήσει υποταγή, να εξαγοράσει - έναντι ποσού δολαρίων - κυριαρχικά μας δικαιώματα. Έρχεται να προσφέρει πλατιές δυνατότητες, ισότιμης, αμοιβαίας ωφέλιμης, καρποφόρας συνεργασίας. Έρχεται να προσφέρει τη συνέπεια της φιλειρηνικής της πολιτικής και το βάρος των αντιπολεμικών της προσανατολισμών σα στήριγμα που απειλούν την ασφάλεια στην περιοχή μας» («Ρ», 22.2.83).

Οι προδότες ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ βαδίζοντας πιστά στα χνάρια των δασκάλων τους ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών ηγετών, Λ. Μπλούν, Γκυ Μολέ, Ατλε, Λάσκυ, Κόλλε, Ρένερ, Σουμάχερ κλπ, που προπαγάνδιζαν την ιμπεριαλιστική πολιτική των ΕΠΑ σαν πολιτική «υπεράσπισης» της εθνικής ανεξαρτησίας των ευρωπαϊκών χωρών, διαφημίζουν την σημερινή ιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση σαν «υπερασπιστή» της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας μας, ενώ είναι πασίγνωστο ότι αυτή έχει μετατρέψει τις υποτελείς της καπιταλιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης σε αποικίες της, σε βάσεις εγκατάστασης των πυρηνικών της όπλων και σε στρατιωτικές βάσεις του επιθετικού Συμφώνου της Βαρσοβίας και έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος εθνικής ανεξαρτησίας. Διαφημίζουν την εξωτερική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης σαν μια «φιλειρηνική πολιτική» ενώ πρόκειται για μια ιμπεριαλιστική πολιτική όμοια με εκείνη των ΕΠΑ, πράγμα που το δείχνει η φασιστική ιμπεριαλιστική στρατιωτική κατάληψη της Τσεχοσλοβακίας και του Αφγανιστάν και οι συνεχείς ωμές αναμείξεις της στα εσωτερικά άλλων χωρών. Διαφημίζουν τη Σοβιετική Ένωση σαν χώρα που προσφέρει δήθεν «ισότιμη και αμοιβαία ωφέλιμη συνεργασία» ενώ είναι γνωστό ότι έχει ολοκληρωτικά υποτάξει, οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά τις καπιταλιστικές χώρες της ΚΟΜΕΚΟΝ και τις εκμεταλλεύεται και λεηλατεί άγρια τον εθνικό τους πλούτο. Παρουσιάζουν την ιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση σαν «φίλο και συμπαραστάτη» της χώρας μας. Η Σοβιετική Ένωση είναι τόσο «φίλος και συμπαραστάτης» όσο και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός. Διαφημίζουν τη Σοβιετική Ένωση σαν χώρα που ακολουθεί «φιλειρηνική» πολιτική στην «περιοχή» μας δηλαδή στο χώρο των Βαλκανίων, ενώ είναι ακριβώς οι δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις ΕΠΑ και ΕΣΣΔ εκείνες που απειλούν την ασφάλεια των λαών των Βαλκανίων και της Ευρώπης.

Μιλώντας ο σ. Ενβέρ Χότζια για την κατάσταση στα Βαλκάνια σε πρόσφατο λόγο του τονίζει: «η ειρήνη και η ασφάλεια στα Βαλκάνια απειλούνται από την παραχώρηση στρατιωτικών βάσεων ή διαφόρων διευκολύνσεων στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής και στη Σοβιετική Ένωση, απειλούνται από το μπάσιμο ως το λαιμό στα χρέη στις υπερδυνάμεις, πράγμα που συνεπάγεται πολλούς κινδύνους όχι μόνο για την ανεξαρτησία αυτής της ίδιας της χώρας που έχει αυτά τα χρέη,άλλα και για τους γείτονές της» (Ε,Χότζια, Λόγος μπροστά στους εκλογείς, Νοέμβρης 1982, σελ.22,Τίρανα 1982). Επίσης αναφερόμενος στην Ευρώπη τόνισε: «την άμυνα των ευρωπαϊκών χωρών,την ελεύθερη και ανεξάρτητη ανάπτυξή τους, την κυριαρχία και την εδαφική τους ακεραιότητα δεν τις κατοχυρώνουν ούτε το Σύμφωνο του Ατλαντικού, ούτε αυτό της Βαρσοβίας, ούτε οι εγκατεστημένες σε διάφορες χώρες στρατιωτικές βάσεις, ούτε και τα πυρηνικά όπλα των υπερδυνάμεων. Κατοχυρώνονται μόνο διαλύοντας αυτά τα σύμφωνα και στέλνοντας στα σπίτια τους τους αμερικάνους και σοβιετικούς στρατιώτες, σπάζοντας και συντρίβοντας τα πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά δεσμά, με τα οποία η Ουάσιγκτον και η Μόσχα έχουν δέσει την Ευρώπη» (Ε. Χότζια, Λόγος μπροστά στους εκλογείς, Νοέβρης 1982, σελ.21,Τίρανα 1982).

Ποτέ μια ιμπεριαλιστική χώρα και ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, όπως είναι ή σημερινή Σοβιετική Ένωση, δεν μπορεί να είναι υπερασπιστής της «εθνικής ανεξαρτησίας» άλλων χωρών. Ποτέ μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη δεν προσφέρει στις άλλες χώρες «ισότιμη και αμοιβαία ωφέλιμη συνεργασία». Ποτέ μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη δεν ακολουθεί «φιλειρηνική πολιτική». Ποτέ εκπρόσωποι του ιμπεριαλισμού σαν τον Ρήγκαν και τον Τίχονοφ δεν μπορεί να είναι φίλοι του λαού μας. Ακριβώς το αντίθετο είναι σωστό. Οι δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, ΕΠΑ και ΕΣΣΔ, είναι ακριβώς αυτές που καταπατούν την εθνική ανεξαρτησία των άλλων χωρών και επεμβαίνουν στα εσωτερικό τους, αυτές είναι εκείνες που λεηλατούν τον πλούτο των άλλων χωρών, εκμεταλλεύονται άγρια και καταπιέζουν τους λαούς, αυτές είναι εκείνες που εξοπλίζονται διαρκώς, που καταλαμβάνουν στρατιωτικά άλλες χώρες και προετοιμάζουν έναν τρίτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

Με τα ίδια ακριβώς «επιχειρήματα» που εξωραΐζουν σήμερα οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ τον σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, εξωράισαν στο παρελθόν και οι ντόπιοι μοναρχοφασίστες τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και δικαιολόγησαν το ξεπούλημα των εθνικών συμφερόντων. Οι αντιθέσεις στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής μεταξύ του ρεβιζιονιστικού «Κ»ΚΕ και της «ΝΔ», στη συγκεκριμένη περίπτωση του Ν.Τίχονοφ, δεν είναι αντιθέσεις μεταξύ Κομμουνιστών και αντιδραστικών αστών,μεταξύ υπερασπιστών των εθνικών συμφερόντων και προδοτών των εθνικών συμφερόντων, αλλά είναι αντιθέσεις μεταξύ αστών, αντιθέσεις μεταξύ προδοτών των εθνικών συμφερόντων, που οι μεν τα ξεπουλάνε στους αμερικανούς ιμπεριαλιστές ενώ οι δε θέλουν να τα ξεπουλήσουν στους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές. Επίσης και «οι αντιθέσεις που έχει η Σοβιετική Ένωση με τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν είναι αντιθέσεις ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον ιμπεριαλισμό,όπως προσπαθεί να τις πλασάρει η Μόσχα, μα αντιθέσεις ανάμεσα σε δυο μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» (Ε. Χότζια, Έκθεση στο 7ο συνέδριο του ΚΕΑ, σελ.234, Αθήνα 1976).

Όσον αφορά τον Παπανδρέου, αυτός φαίνεται πώς είναι διατεθειμένος να εξυπηρετήσει τόσο τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό όσο και το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό και να παίξει το παιχνίδι τους. Φυσικά κάπως δύσκολη ιστορία. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι, ότι και στη μια και στην άλλη περίπτωση ξεπουλάει τα εθνικά συμφέροντα.

Ο ελληνικός λαός όμως δεν πρέπει να παρασυρθεί από την προπαγάνδα των αμερικανών ιμπεριαλιστών και των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών ούτε από τις δημαγωγίες των πουλημένων λακέδων τους στη χώρα μας, αστών και ρεβιζιονιστών, αλλά είναι ανάγκη να συνεχίσει και να εντείνει ακόμα περισσότερο την πάλη του ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό για το διώξιμο των στρατιωτικών βάσεων και των πυρηνικών όπλων, για την έξοδο από το ΝΑΤΟ και την ΕΟΚ και παράλληλα να αποκρούσει κάθε προσπάθεια διείσδυσης του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού στη χώρα μας καθώς και άλλων ιμπεριαλιστών. Ο αγώνας πρέπει να στρέφεται τόσο ενάντια στον ιμπεριαλισμό όσο και ενάντια στο σοσιαλιμπεριαλισμό και πρώτα απ’ όλα ενάντια στις δυο ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις ΕΠΑ και ΕΣΣΔ.

Ο σοβιετικός σοσιαλιμπεριαλισμός είναι το ίδιο εχθρός της λευτεριάς και της ανεξαρτησίας του λαού μας όπως και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 25, 2012

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΖΙΑ «ΟΙ ΤΙΤΟΪΚΟΙ» (ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

«ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Φλεβάρης 1983
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΡΩΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΚΕΑ

 

ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΖΙΑ
«ΟΙ ΤΙΤΟΪΚΟΙ» (ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ)

Το βιβλίο του σ. Ενβέρ Χότζια «Οι τιτοϊκοί» (ιστορικές σημειώσεις) που εκδόθηκε τελευταία στα αλβανικά και σε μια σειρά ξένες γλώσσες, είναι ένα πολύ αξιόλογο έργο στη σειρά των πολιτικών απομνημονευμάτων του. Το νέο βαρυσήμαντο αυτό έργο του σ. Ενβέρ Χότζια παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τους μαρξιστές - λενινιστές, γιατί δείχνει ανάγλυφα και με πειστικό τρόπο από τη μια τις συνωμοσίες και τις συστηματικές, καλά οργανωμένες και ολόπλευρες προσπάθειες των ιμπεριαλιστών να χρησιμοποιήσουν τους πράχτορές τους προδότες ρεβιζιονιστές για να ανατρέψουν το σοσιαλισμό και από την άλλη την νικηφόρα πάλη του ΚΚΑ σημερινού ΚΕΑ με επικεφαλής το μεγάλο προλετάριο επαναστάτη σ. Ενβέρ Χότζια, ενάντια στους ρεβιζιονιστές, αυτούς τους θανάσιμους και επικίνδυνους εχθρούς του μαρξισμού - λενινισμού, της επανάστασης και του σοσιαλισμού - κομμουνισμού. Τό έργο του σ. Ε. Χότζια διδάσκει τους μαρξιστές - λενινιστές να οξύνουν την επαγρύπνησή τους απέναντι στον ιμπεριαλισμό, τον σοσιαλιμπεριαλισμό, την αντίδραση και τον ρεβιζιονισμό όλων των αποχρώσεων. Αναδημοσιεύουμε παρακάτω άρθρο που δημοσιεύτηκε στο "Λαϊκό Βήμα" και αναφέρεται στο περιεχόμενο του βιβλίου του σ. Ε. Χότζια.
Οι κομμουνιστές, τα στελέχη και όλοι οι εργαζόμενοί μας πήραν στα χέρια τους αυτές τις μέρες το καινούργιο και πολύ βαρυσήμαντο έργο του σύντροφου Ενβέρ Χότζια το βιβλίο «Οι τιτοϊκοί».
Επίκεντρο του έργου είναι οι σχέσεις του ΚΚΑ (σήμερα ΚΕΑ) και του σοσιαλιστικού αλβανικού κράτους με το ΚΚΓ και το ομόσπονδο γιουγκοσλαβικό κράτος από τις πρώτες επαφές ανάμεσα στα τα κόμματα (1941) και μέχρι τις μέρες μας.
Σ’ αυτές τις ιστορικές σημειώσεις απεικονίζεται ο ιδιαίτερος και πολύ περίπλοκος χαρακτήρας των αλβανο-γιουγκοσλαβικών σχέσεων σε όλο το πλέγμα τους με πλούσιο αριθμό γεγονότων, αυθεντικών ντοκουμέντων, προσωπικών εντυπώσεων και θεωρητικής τεκμηρίωσης από το συγγραφέα. Ο σύντροφος Ενβέρ με οξύτητα αναλύει τα αίτια και τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς παράγοντες που καθόρισαν τον τρόπο πως αναπτύχτηκαν αυτές οι σχέσεις από τη μια και την άλλη πλευρά, εκθέτει την πλατφόρμα από την όποια ξεκινούσαν και τους σκοπούς που υποστήριζαν σ' αυτούς τους δεσμούς και σχέσεις το ένα και το άλλο κόμμα και αποκαλύπτει τους εσωτερικούς δεσμούς που διέπουν σαν άκοπο νήμα τα γεγονότα 40 χρόνων στη σειρά. Η υλιστική μεθοδολογία που εφαρμόζεται στην ανάλυση του ξεχωριστού και της ολότητας· το αγωνιστικό πνεύμα και η υψηλή προλεταριακή κομματικότητα· η έντονη ταξική τάση στην απεικόνιση και τη στάση σε κάθε γεγονός και φαινόμενο· τα σημαντικά πορίσματα και γενικεύσεις που εξάγονται· το ευκίνητο και μαχητικό στύλ, κλπ, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που κάνουν το νέο βιβλίο του σύντροφου Ενβέρ Χότζια ένα από τα πιο εξέχοντα έργα της αλβανικής πολίτικο -ιστορικής επιστήμης.
Σε κάθε παράγραφο και σελίδα του βιβλίου, με βαθύ ρεαλισμό, με σιδερένια λογική και με πλούσιες αποχρώσεις εκφραστικών μέσων, ο αναγνώστης βρίσκει λαξευμένο ένα από τα πιο δραματικά και ταυτόχρονα πιο ηρωικά μέρη της ιστορίας του Κόμματος και του λαού μας.
Αυτή τη 40-χρονη ιστορία τη γράφει όχι μόνο ο άμεσος μάρτυρας όλων των γεγονότων, όχι μόνο το κύριο πρόσωπο πάνω στο όποιο από τις αρχές συγκεντρώθηκαν οι επιθέσεις και τα πλήγματα των τιτοϊκών με επιδίωξη ώστε με την εξόντωσή του και με την εξόντωση της υγιούς κομματικής ηγεσίας να υποτάξουν και να καταστρέφουν εντελώς το Κόμμα, αλλά ταυτόχρονα και ο εμπνευστής, ο οργανωτής και ο άμεσος καθοδηγητής όλου του τιτάνιου αγώνα του ΚΕΑ για την ανακάλυψη και συντριβή της εχθρικής δραστηριότητας των τιτοϊκών. Αυτό έκανε ώστε κάθε σελίδα του βιβλίου να προβάλει πλέρια επακριβής και συγκεκριμένη, με μια ένταση που σε κρατεί καθηλωμένον από την αρχή και ως το τέλος. Ιδιαίτερη δύναμη και γνησιότητα δίνει στο έργο το γεγονός ότι ο συγγραφέας στηρίχτηκε όχι μόνο στη μνήμη μα και σε πολλά επίσημα έγγραφα που βρίσκονται στο Κεντρικό Αρχείο του Κόμματος, καθώς και σε αυθεντικές σημειώσεις του καιρού που ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια είχε και έχει τη συνήθεια να κρατεί.
Τα δέκα κεφάλαια του βιβλίου, όπου αναλύονται λεπτομερειακά τα γεγονότα 40 χρόνων, διαπνέονται από την αρχή ως το τέλος από το σκληρό αγώνα ανάμεσα στις δυο πολιτικές, δυο στάσεις, δυο ιδεολογίες διαμετρικά αντίθετες ανάμεσά τους. Τούτο επειδή, όπως συμπεραίνει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, όλη η ιστορία των σχέσεών μας με το ΚΚΓ και το ρεβιζιονιστικό γιουγκοσλάβικο κράτος «από τη μια μεριά... είναι ιστορία αδιάκοπων επεμβάσεων, παγίδων και συνωμοσιών από μέρους τους σε βάρος του Κόμματος και του σοσιαλιστικού μας κράτους, από την άλλη μεριά, είναι ιστορία του δίκαιου και συνεπούς αγώνα του Κόμματος και του λαού μας για να μη πέσομε ποτέ στις παγίδες και συνωμοσίες που μας έχουν στήσει, για να τις ανακαλύψομε και συντρίψομε, χωρίς να αφήσομε να μας προκαλέσουν σοβαρές ζημιές».
Στο βιβλίο έπιβεβαιώνεται ότι η ηγεσία του ΚΚΓ από τις στιγμές των αρχικών δεσμών με το ΚΚΑ και ως το τέλος ορμόνταν και δρούσε από αντιμαρξιστικές και βαθιά αντιαλβανικές θέσεις. Ο Τίτο και συντροφιά, στις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν μετά την έκρηξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, υπολόγιζαν να επεξεργάζονταν και να διεύθυναν τον αγώνα του αλβανικού λαού ενάντια στους καταχτητές σε τρόπο ώστε στο τέλος του πολέμου να δημιουργούνταν συνθήκες και δυνατότητες για την προσάρτηση της Αλβανίας στη Γιουγκοσλαβία. Για να πετυχαίνονταν αυτό, η τιτοϊκή ηγεσία γνώριζε ότι σαν προκαταρκτικός όρος, έπρεπε να βάζονταν στο χέρι ο αποφασιστικός παράγοντας που θα ξεσήκωνε και καθοδηγούσε τον αλβανικό λαό στον αγώνα, το ΚΚΑ. Συνεπώς, συμπεραίνεται στο έργο, ο άμεσος σκοπός από τον όποιο ξεκίνησαν ο Τίτο και συντροφιά για τους δεσμούς με το ΚΚΑ ήταν η υποταγή και μετατροπή του σε ουρά και τυφλό όργανο του ΚΚΓ. Αυτό το σκοπό θα εξυπηρετούσε και όλη η λεγόμενη βοήθεια που το ΚΚΓ ισχυρίζεται ότι έχει δώσει στο ΚΚΑ στα χρόνια του αγώνα.
Με θεωρητικά και πραχτικά επιχειρήματα, στηριζόμενο στις μαρξιστικές - λενινιστικές αρχές και στον τρόπο κατά τον όποιο εξελίχτηκαν τα γεγονότα, το βιβλίο απορρίπτει τις συκοφαντίες των τιτοϊκών σχετικά με τη «βοήθεια» που τάχα έδωσαν για την ίδρυση του ΚΚΑ και τον παράλογο ισχυρισμό ότι αυτοί τάχα είναι «οι ιδρυτές του ΚΚΑ»! «Το ΚΚΑ, - συμπεραίνει ο σύντροφος Ενβέρ, - δεν ιδρύθηκε επειδή έτσι του ρέχτηκε, ή επειδή το αξίωσε κάποιος Τίτο από τη Γιουγκοσλαβία, μα δημιουργήθηκε επειδή την ίδρυσή του απαιτούσε σαν μια αναγκαιότητα ο αλβανικός λαός, το αλβανικό κομμουνιστικό κίνημα, το απαιτούσε η ιστορική στιγμή την οποία περνούσε η χώρα, το απαιτούσε το παρελθόν, το τότε παρόν και το μέλλον της ίδιας της Αλβανίας».
Σε συνέχεια, στο έργο «Οι τιτοϊκοί» τεκμηριώνεται ότι και η λεγόμενη βοήθεια που η ηγεσία του ΚΚΓ έδωσε τάχα στο ΚΚΑ και στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα του αλβανικού λαού στα χρόνια 1942 - 1944, ήταν μέρος των σχεδίων και των προσπαθειών των τιτοϊκών για την υποταγή και την απόκλιση του ΚΚΑ από τον ορθό δρόμο. Οι σφοδρές λογομαχίες και έριδες του σύντροφου Ενβέρ Χότζια με δυο-τρεις απεσταλμένους του Τίτο στην Αλβανία για «προσανατολισμούς» και «σχέδια» τέτοια των τιτοϊκών όπως σχετικά με το ρόλο του Κόμματος και των επιτελείων στην καθοδήγηση του Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα· σχετικά με τη στάση προς τα εθνικιστικά στοιχεία και προς τις προδοτικές οργανώσεις· σχετικά με το διαβόητο «Βαλκανικό Αρχηγείο» του Τίτο και του Ζ. Β. Τέμπο· οι κοφτές εναντιώσεις προς τις «κατηγορίες» και «παρατηρήσεις» των τιτοϊκών για τον τάχα «οπορτουνισμό» και «σεχταρισμό» στη γραμμή του ΚΚΑ, κλπ, κλπ, αποδείχνουν όχι μόνο την αλήθεια ότι η ηγεσία του ΚΚΓ που εκείνη την περίοδο ήταν σε αντιμαρξιστικές και αντιαλβανικές θέσεις, μα και την άλλη αλήθεια ότι το ΚΚΑ αντιτάχθηκε σθεναρά στις στραβές απόψεις και ενέργειες των τιτοϊκών από τη στιγμή που αυτές εμφανίζονταν.
Όταν όλες αυτές οι προσπάθειες των τιτοϊκών πρόσκοψαν στην ισχυρή αντίσταση και εναντίωση της ηγεσίας του ΚΚΑ, τότε οι τιτοϊκοί, για την πραγματοποίηση των σκοπών τους, πέρασαν στο δρόμο των συνωμοσιών.
Ιδιαίτερη θέση κατέχει στο έργο η λεπτομερειακή ανάλυση της ποταπής και πολύ επικίνδυνης συνωμοσίας που σκάρωσε η γιουγκοσλάβικη ηγεσία με τους απεσταλμένους της Β. Στόινιτς και Ν. Ντιζντάρεβιτς καθώς και των πραχτόρων της Κ. Τζότζε, Ν. Σπύρου, Σ. Μαλεσιόβα, Λ. Γκέγκα, Π. Κρίστο, κλπ, στη 2η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΑ που συνήλθε στο Μπεράτι το Νοέμβρη του 1944.
Αναλύοντας όλες αυτές τις αντιμαρξιστικές προσπάθειες και συνωμοσίες σε όλα τα απόκρυφα και τις πτυχές τους, ο σύντροφος Ενβέρ συμπεραίνει ότι η ισχυριζόμενη «βοήθεια» που τάχα η ηγεσία του ΚΚΓ έδωσε στο ΚΚΑ και τον Εθνικοαπελευθερωτικό μας Αγώνα δεν ήταν άλλο παρά «βοήθεια» για να προσδέσει το ΚΚΑ και το Εθνικοαπελευθερωτικό Κίνημα του αλβανικού λαού στο άρμα της τιτοϊκής Γιουγκοσλαβίας, με σκοπό ώστε διαμέσου αυτού να καταβρόχθιζαν την Αλβανία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο έργο η μαρξιστική -λενινιστική προβολή που κάνει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στο πρόβλημα της Κοσόβας και των άλλων αλβανικών περιοχών στη Γιουγκοσλαβία, και στις στάσεις του ΚΕΑ και του ΚΚΓ τόσο στα χρόνια του Αγώνα όσο και υστέρα. Ανάμεσα στα άλλα ο σύντροφος Ενβέρ επισημαίνει και τεκμηριώνει ότι η πολιτική του ΚΚΓ προς την Κοσόβα και τις άλλες αλβανικές περιοχές στη Γιουγκοσλαβία από τις αρχές ήταν αυτή η ίδια που είχαν ακολουθήσει οι μεγαλοσέρβικοι σοβινιστικοί κύκλοι των προηγούμενων εποχών - πολιτική σωβινιστικού μίσους προς τους Αλβανούς, παραμέλησης και υπονόμευσης του Εθνικοαπελευθερωτικού τους Αγώνα, άρνησης των εθνικών τους δικαιωμάτων, μαζικής εξολόθρευσης και προσπαθειών των μεγαλοσέρβων για αφομοίωση ή μαζικό ξεκλήρισμα του αλβανικού πληθυσμού από τα χώματά του. Σ’ αυτή την πολιτική που εφαρμόστηκε ακόμα από τα χρόνια του πολέμου, στα βαριά σφάλματα που έγιναν από κείνο τον καιρό, τονίζεται στο έργο, έχουν την πηγή όλες οι σημερινές αδικίες πάνω στην Κοσόβα καθώς και οι νόμιμες και διαρκείς δυσαρέσκειες και εξεγέρσεις του κοσοβάρικου λαού προς τη συνεχή μεγαλοσέρβικη καταπίεση.
Σημαντική θέση κατέχουν στο έργο οι αναλύσεις, οι γενικεύσεις και τα συμπεράσματα σχετικά με τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στα δυο κόμματα και στα δυο κράτη στα χρόνια 1945-1948. Ο σύντροφος Ενβέρ, με παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων και τη λεπτομερειακή απεικόνιση των συμβάντων εκείνης της περιόδου, καταγγέλλει τη λεγόμενη «συμβολή» του ΚΚΓ σχετικά με την ανοικοδόμηση και οικοδόμηση της νέας Αλβανίας και βγάζει στη φόρα όλες τις βρωμιές που κρύβονταν πίσω από τους τιτοϊκούς «προσανατολισμούς», «συμβουλές» και «βοήθειες» για τον πολιτικό προσανατολισμό και την οικονομική ανάπτυξη της Αλβανίας, για την οργάνωση του στρατού μας, των οργάνων εσωτερικών, κλπ. Στο έργο αναλύονται ιδιαίτερα οι πιέσεις, οι μηχανορραφίες και οι άλλες πραχτορειακές ενέργειες που χρησιμοποίησαν συστηματικά ο Τίτο και οι άνθρωποί του για να υποχρεώσουν την ηγεσία του ΚΚΑ ώστε, ανεξάρτητα από τις σοβαρές παρατηρήσεις που είχε, να υπόγραφε τη διαβόητη «Αλβανό - Γιουγκοσλάβικη οικονομική σύμβαση» (Νοέμβρης του 1946). Διαμέσου αυτής η γιουγκοσλάβικη ηγεσία αρχικά εντατικοποίησε τη ληστρική πολιτική ενάντια στη χώρα μας και, ταυτόχρονα εργάζονταν ώστε διαμέσου των μηχανισμών της Σύμβασης των «ενώσεων», των «ενοποιήσεων», των «συντονιστικών επιτροπών», κλπ, κλπ, να ένωνε οικονομικά, υστέρα και πολιτικά την Αλβανία με τη Γιουγκοσλαβία.
Στο έργο βγαίνει καθαρά, πώς αυτά τα σύμφωνα και όλες οι νεοαποικιακές ενέργειες της ηγεσίας του ΚΚΓ πρόσκρουσαν στην ισχυρή αντίσταση της υγιούς ηγεσίας του ΚΚΑ και μετατράπηκαν σ’ ένα από τα πεδία της πιο σκληρής πάλης ανάμεσα στο ΚΚΑ και την τιτοϊκή ηγεσία. Οι κοφτές αντιθέσεις, οι σφοδρές λογομαχίες και φιλονικίες του σύντροφου Ενβέρ Χότζια με τους στιγματισμένους αντιαλβανούς, τους περιβόητους Σάβο Ζλάτιτς, Γιοσίπ Γκέργκια, Σεργκέι Κράιγκερι, το στρατηγό Κουπρέσιαν, κλπ, που στο έργο απεικονίζονται λεπτομερειακά και ακριβολογημένα, αποτελούν ολοκληρωτικό ξεσκέπασμα για τους τιτοϊκούς εκείνης της εποχής και των μετέπειτα χρόνων, προπαντός για κείνους που ακόμα διακηρύσσουν τη γιουγκοσλάβικη «βοήθεια» για την Αλβανία στα χρόνια 1945 - 1948. «Η τιτοϊκή βοήθεια προς εμάς - συμπεραίνεται στο βιβλίο - αν πρέπει να θεωρηθεί βοήθεια, είχε μόνο ένα σκοπό: Να βοηθούσε τον Τίτο για να υποδουλώσει πιο γρήγορα οικονομικά και πολιτικά την ’Αλβανία».
Όταν είδαν ότι τα όνειρά τους για την αρπαγή της Αλβανίας «με το καλό» έγιναν στάχτη και κουρνιαχτός από την ηρωική αντίσταση του ΚΚΑ, τότε οι τιτοϊκοί, με τους πράχτορές τους Κ. Τζότζε, Π. Κρίστο, κλπ, οργάνωσαν νέες συνωμοσίες πράγμα που στο έργο απεικονίζεται προπαντός στα γεγονότα που προηγήθηκαν από την 8η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΑ (Φλεβάρης του 1948), που διαπέρασαν τις εργασίες της και την ακολούθησαν. Επίσης σε πραχτορειακό δρόμο με τη συκοφαντία του «επικείμενου κινδύνου» που τάχα απειλούσε την ’Αλβανία, κλπ, σ’ αυτές τις βαριές στιγμές για το ΚΚΑ προσπάθησαν να μπάσουν στρατιωτικές μεραρχίες στο έδαφος της Αλβανίας, συνεπώς, να καταλάβουν στρατιωτικά την Αλβανία. Οι περιστάσεις ήταν από τις πιο σοβαρές, οι τύχες του ΚΚΑ και της ανεξαρτησίας της σοσιαλιστικής Αλβανίας απειλούνταν περισσότερο από ποτέ. Ακριβώς σ’ αυτές τις στιγμές στην ΚΕ του ΚΚΑ ήρθαν τα γράμματα υπογραμμένα από τον I. Β. Στάλιν, οπού φαίνονταν ότι και η ηγεσία του ΚΚ της ΣΕ μ’ επικεφαλής τον I. Β. Στάλιν, είχε καταλήξει στα ίδια συμπεράσματα σχετικά με την ουσία και το έργο του ΚΚΓ.
Στο έργο επισημαίνεται ότι το ΚΚΑ ήταν από τα πρώτα που δοκίμασε στη ράχη περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα τις τιτοϊκές επεμβάσεις και συνωμοσίες, από τα πρώτα που από χρόνια αντιστάθηκε με σθένος στις αντιμαρξιστικές και αντιαλβανικές τους απόψεις και ενέργειες και, κατά συνέπεια, ανάμεσα στα κομμουνιστικά κόμματα που ρίχτηκαν από την αρχή με πλέρια πεποίθηση, με ατέλειωτα επιχειρήματα και με αστείρευτη δύναμη στην ανοιχτή πάλη για τη δημόσια καταγγελία και ξεσκέπασμα του αντιμαρξιστικού και αντεπαναστατικού έργου της ηγεσίας του ΚΚΓ.
Στο βιβλίο «Οι τιτοϊκοί» ιδιαίτερη θέση κατέχει η απεικόνιση της σκληρής πάλης που διεξήγαγε και διεξάγει το ΚΚΑ, από τα 1945 -1948 και ως τις μέρες μας, ενάντια στην τιτοϊκή παραλλαγή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, όπως και ενάντια στις άλλες παραλλαγές του ίδιου κορμού, του χρουστσιοφικού, του κινέζικου, κλπ. Αυτή την πάλη στο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο ο σύντροφος Ενβέρ την αναλύει σε στενή σύνδεση με τον τιτάνιο αγώνα που διεξήγαγε το ΚΚΑ σ’ αυτή την περίοδο και ενάντια στις αλλεπάλληλες επεμβάσεις, στους πράχτορες και τις συνωμοσίες, τη μια πιο αποτρόπαια από την άλλη, που έχει σκαρώσει η ηγεσία του ΚΚΓ πότε μόνη και πότε σε συνεργασία με τους χρουστσιοφικούς, τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, κλπ, ενάντια στο Κόμμα και τη σοσιαλιστική μας Πατρίδα. Το δέκατο κεφάλαιο του έργου, συνταγμένο με βάση τα γεγονότα που αποκαλύφτηκαν και καταγγέλθηκαν από χρόνια, μα προπαντός, με βάση τα γεγονότα και τις αναλύσεις του ΚΕΑ υστέρα από την αυτοκτονία του πολυπράχτορα Μεχμέτ Σιέχου, επιβεβαιώνει κάλλιστα πόσο άγριος και σκληρός ήταν και παραμένει ο μεγαλοσέρβικος ζήλος για την εξάλειψη της ηγεσίας του ΚΕΑ και την καταβρόχθιση της Αλβανίας, και, ταυτόχρονα, πόσο επάγρυπνο, γενναίο και αλύγιστο φάνηκε το ΚΕΑ με το σύντροφο Ενβέρ Χότζια επικεφαλής, για ν’ αποκαλύψει και συντρίψει τις αποτρόπαιες παγίδες και συνωμοσίες των τιτοϊκών και μαζί τους και των ιμπεριαλιστών, των σοσιαλιμπεριαλιστών, των σωβινιστών, κλπ.
Οι ιδέες, οι άξιες και τα ζωοποιά διδάγματα αυτού του έργου είναι πολλά και ολόπλευρα. Πάνω απ’ όλα αυτό είναι ένα υπέρτατο μήνυμα για τους κομμουνιστές και το λαό να αγαπούν το Κόμμα σαν τα μάτια τους, να εφαρμόζουν και να υπερασπίζουν τη γραμμή του σε κάθε βήμα και σε κάθε καθήκον. Αν στους τιτάνιους αγώνες με τόσο λυσσαλέους εχθρούς και σε καταστάσεις από τις πιο επικίνδυνες, η σοσιαλιστική ’Αλβανία βγήκε νικήτρια, αυτό οφείλεται, σε πρώτη γραμμή στο Κόμμα, στη σωστή γραμμή του, στη γενναία ηγεσία του με επικεφαλής το δοξασμένο γιο του λαού σύντροφο Ενβέρ Χότζια. Έσφαλαν και κατέληξαν στο καλάθι της ιστορίας όλοι εκείνοι που δεν αγάπησαν το Κόμμα και αντιτάχτηκαν στη γραμμή του και στα συμφέροντα του λαού. Στο έργο «Οι τιτοϊκοί», λεπτομερειακά και τεκμηριωμένα απεικονίζεται το προτσές μεταμόρφωσης των πολλών αντικομματικών και εχθρικών στοιχείων αρχίζοντας από τους Κώτσι Τζώτζηδες των πρώτων χρόνων και ως τους Μεχμέτ Σιέχηδες που αποκαλύφθηκαν τον τελευταίο καιρό. Όπως αποδείχνει ο σύντροφος Ενβέρ, εκφυλίστηκαν και έγιναν πράχτορες των ξένων όλοι εκείνοι που δεν είχαν εμπιστοσύνη στο Κόμμα και στη μαρξιστική - λενινιστική γραμμή του, εκείνοι που δεν αγαπούσαν το λαό και την Πατρίδα, εκείνοι που υπόφερναν από την παλιά αρρώστια της μειονεχτικότητας, από την έλλειψη εμπιστοσύνης στις κολοσσιαίες δυνάμεις του λαού, εκείνοι που ζητούσαν τη σωτηρία με τη στήριξη στους «ξένους και ισχυρούς», εκείνοι που υπόφερναν από τα συμπλέγματα της μεγαλομανίας, του οπορτουνισμού και του σεχταρισμού, οι δουλοπρεπείς και θεσιθήρες, οι αυθάδεις και αυταρχικοί.
Το νόμιμο μίσος που κοχλάζει προς αυτά τα νόθα γεννήματα και προς τους αφέντες τους, όταν διαβάζομε το έργο, απαιτεί το ίδιο νόμιμα να ένισχύσομε περισσότερο την πάλη για να μη πιάσουν σε κανέναν θέση αυτά τα συμπτώματα με ανυπολόγιστες ζημιές για το Κόμμα, για τη γραμμή του και για τα συμφέροντα του λαού. Αυτό είναι ένα από τα άλλα διδάγματα του έργου «Οι τιτοϊκοί», έργο με μεγάλες αξίες για το παρόν και για το μέλλον. Με τέτιες αξίες είναι και τα άλλα διδάγματα του έργου όπως εκείνα για την αναγκαιότητα πιο θεμελιακής αφομοίωσης του μαρξισμού-λενινισμού, της διαφύλαξης και παραπέρα ατσάλωσης της ενότητας στο Κόμμα και στο λαό, του ακονίσματος της επαναστατικής επαγρύπνησης, της κινητοποίησης στη δουλιά, στη δράση και στην άμυνα, κλπ. Ο λόγος είναι καθετί να εξυπηρετεί το δυνάμωμα του παρόντος και του μέλλοντος, «για να κρατούμε, - όπως μας καλεί ο σύντροφος Ενβέρ, - πάντα τιμημένο το όνομα του ηρωικού μας Κόμματος, για να ανεβάσομε ψηλά και πιο ψηλά το κύρος της σοσιαλιστικής Αλβανίας, για να διατηρήσομε άθιχτη την ιερή ανεξαρτησία της Πατρίδας μας»





















Τετάρτη, Ιανουαρίου 19, 2011

Τo ρεβιζιονιστικό "Κ"K Ε στο δρόμο της Σοσιαλδημοκρατίας

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Όργανο της Οργάνωσης των Κομμουνιστών Μαρξιστών - Λενινιστών Ελλάδας, Χρόνος 2, Αριθ. Φύλλου 1 και 2, 1983

 

Αρ. Φύλλου 1, Γενάρης 1983

Η πορεία του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ από το 1956 μέχρι το 11ο συνέδριο του — πορεία προδοσίας του μαρξισμού–λενινισμού και της Προλεταριακής Επανάστασης

Τελευταία στη δημαγωγική προπαγάνδα της αποστάτριας ρεβιζιονιστικής προδοτικής κλίκας του Χ. Φλωράκη καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος η θέση, ότι η επιρροή του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ σ ένα τμήμα της εργατικής τάξης είναι «απόδειξη» πως το "Κ" Κ Ε είναι δήθεν κόμμα επαναστατικό και κατά συνέπεια το κόμμα της «εργατικής τάξης» της χώρας μας.

Το αν ένα κόμμα είναι κόμμα επαναστατικό, κόμμα μαρξιστικό - λενινιστικό, το αν είναι κόμμα της εργατικής τάξης αυτό δεν εξαρτάται καθόλου από το πως αυτοονομάζεται το ίδιο η ποιά γνώμη έχει για τον εαυτόν του ούτε από το αν επηρεάζει λίγους η πολλούς εργάτες αλλά αποκλειστικά από το αν αποδέχεται και καθοδηγείται στη δράση του από την επαναστατική διδασκαλία των Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν - Στάλιν, πράγμα που φαίνεται ξεκάθαρα τόσο στο πρόγραμμά του όσο και στην πραχτική πολιτική του δράση.

Γι αυτό ο ισχυρισμός των προδοτών ρεβιζιονιστών ηγετών του "Κ"ΚΕ, πως επειδή σήμερα το ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ επηρεάζει προσωρινά ένα μέρος της εργατικής τάξης, αυτό είναι απόδειξη ότι είναι κόμμα της εργατικής τάξης, είναι εντελώς αβάσιμος και αντιμαρξιστικός και επιδιώκει να συγκαλύψει την προδοσία των ρεβιζιονιστών ηγετών και τον αστικό χαραχτήρα του "Κ"ΚΕ. Αν ήταν έτσι τότε και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης που επηρεάζουν, ακόμα και σήμερα, μεγάλες μάζες εργατών η στη χώρα μας το μεγαλοαστικό κόμμα του ΠΑΣΟΚ που και αυτό επηρεάζει αρκετούς εργάτες και αγρότες η ακόμα και η "Νέα Δημοκρατία" που και αυτή επηρεάζει το ποιό καθυστερημένο, από άποψη ταξικής συνείδησης, τμήμα εργατών και αγροτών θα μπορούσαν να χαραχτηριστούν σαν κόμματα της "εργατικής τάξης". O αριθμός των εργατών που επηρεάζουν αυτά τα κόμματα δεν αλλάζει καθόλου τον ταξικό χαραχτήρα τους σαν κομμάτων της αστικής τάξης, εκφραστών και υπερασπιστών των ταξικών της συμφερόντων και εχθρών του προλεταριάτου.

Έτσι και το ρεβιζιονιστικά "Κ" Κ Ε, ανεξάρτητα από το αν επηρεάζει πολλούς η λίγους εργάτες, απορρίπτοντας και προδίνοντας την επαναστατική κοσμοθεωρία του προλεταριάτου, τον μαρξισμό-λενινισμό δεν είναι και δεν μπορεί να είναι το κόμμα του ελληνικού προλεταριάτου, αλλά έχει μετατραπεί οριστικά σε ένα αστικό κόμμα σοσιαλιστικού τύπου. Επίσης όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με το ΚΚΕ (1918 – 1956) αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο του. Έχει μετατραπεί σε ένα κόμμα πράκτορα των συμφερόντων της αντιδραστικής αστικής τάξης στις γραμμές της εργατικής τάξης και σε ένα κόμμα πράκτορα των συμφερόντων της καπιταλιστικής-σοσιαλιμπεριαλιστικής Σοβιετικής Ένωσης.

Η προδοσία των επαναστατικών Αρχών του μαρξισμού λενινισμού από το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ φαίνεται ξεκάθαρα τόσο στην πραχτική πολιτική του δράση όσο και στο πρόγραμμά του, που είναι ένα αντιμαρξιστικό ρεφορμιστικό πρόγραμμα.

Δεν θα αναφερθούμε εδώ σε όλα τα ζητήματα πάνω στα οποία εκφράζονται οι αντιμαρξιστικές απόψεις του ρεβιζιονιστικού "Κ" Κ Ε αλλά θα περιοριστούμε μόνο στον λεγόμενο "ειρηνικό κοινοβουλευτικό δρόμο" και περιορισμένα θα αναφερθούμε στο αντιμαρξιστικό πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο 10ο συνέδριο του. Η αντιμαρξιστική θέση του "ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου" είναι διατυπωμένη σ'όλα τα βασικά ντοκουμέντα του ρεβιζιονιστικού "Κ" Κ Ε.

Το σημερινό ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ ακολουθώντας πιστά την αντεπαναστατική και αντιμαρξιστική γραμμή του 20ου συνεδρίου (Φλεβάρης 1956) του ΚΚΣΕ πρόδωσε όλες ανεξαίρετα τις επαναστατικές Αρχές που διατύπωσαν οι κλασσικοί του μαρξισμού Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν -Στάλιν και έτσι εκφυλίστηκε σ’ένα αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Αυτό δεν ισχύει μόνο για το ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ αλλά και για όλα τα πρώην κομμουνιστικά κόμματα που ακολούθησαν τον χρουτσωφικό ρεβιζιονισμό.

Σήμερα αυτά τα κόμματα όχι μόνο έχουν απορρίψει πλέρια και τα τρία συστατικά μέρη του μαρξισμού - λενινισμού (φιλοσοφία: διαλεκτικός και ιστορικός υλισμός, πολιτική οικονομία και θεωρία του επιστημονικού κομμουνισμού) αλλά και έχουν συγχωνευτεί με τη σοσιαλδημοκρατία. Ορισμένα δε απ’αυτά, όπως το Φιλανδικό και το Γαλλικό, παίρνουν ήδη μέρος στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους διαχειρίζονται τις υποθέσεις των καπιταλιστών και υπερασπίζουν τα συμφέροντα τους και καταπιέζουν το προλεταριάτο των χωρών τους.

Όλα τα ρεβιζιονιστικά κόμματα, και μαζί μ’αυτά και το "Κ"ΚΕ, έχουν περάσει οριστικά πλέον στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης, έχουν περάσει σ’ανοιχτή πάλη ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση και τον σοσιαλισμό.

Την αντιμαρξιστική ρεβιζιονιστική γραμμή του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ, που επιβλήθηκε στο ΚΚΕ με την ανοιχτή, βίαιη και απροσχημάτιστη επέμβαση (καθαίρεση και σύλληψη της επαναστατικής καθοδήγησής του με επικεφαλής τον σύντροφο Νίκο Ζαχαριάδη, συλλήψεις, δίκες, εξορίες και εξοντώσεις κομμουνιστών, κλπ. κλπ.) της προδοτικής ρεβιζιονιστές κλίκας των Χρουτσώφ -Μπρέζνιεφ, την ακολούθησε πιστά η διορισμένη από την χρουτσωφική κλίκα στην ηγεσία του "Κ" Κ Ε προδοτική κλίκα των Κολιγιάννη - Παρτσαλίδη.

Η αντιδραστική γραμμή του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ εκφράζεται, ανάμεσα στ’άλλα, πρώτο στην ανοιχτή απόρριψη της βίαιης ένοπλης επανάστασης, σαν το μόνο δρόμο για την ανατροπή του καπιταλισμού και στην υιοθέτηση, στη θέση της, του λεγόμενου "ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου" και δεύτερο στην απόρριψη της αναγκαιότητας της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής και στην αντικατάσταση αυτής της μαρξιστικής θέσης με την ρεβιζιονιστική θέση της χρησιμοποίησης του αστικού κράτους, σαν οργάνου στα χέρια του προλεταριάτου για την "εφαρμογή ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών" δηλαδή για τον μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική.

Η αποστάτρια ρεβιζιονιστική προδοτική κλίκα των Χρουτσώφ - Μπρέζνιεφ, στο 20ο συνέδριο της, ισχυρίζεται ότι η εργατική τάξη μπορεί «να καταχτήσει σταθερή πλειοψηφία στη Βουλή και να την μετατρέψει από όργανο της αστικής δημοκρατίας σε όργανο πραγματικής λαϊκής θέλησης, (χειροκροτήματα). Σ’αυτήν την περίπτωση ο θεσμός τούτος, ο πατροπαράδοτος για πολλές πολύ αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες μπορεί να γίνει όργανο πραγματικής δημοκρατίας, δημοκρατίας για τους εργαζόμενους» και ακόμα πως «η απόχτηση σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας» δημιουργεί «συνθήκες που εξασφαλίζουν την εφαρμογή ριζικών κοινωνικών μετασχηματισμών» (Ν Σ. Χρουστσιόφ, Λογοδοσία της ΚΕ του ΚΚΣΕ στο XX συνέδριο του κόμματος, σελ. 42, "πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις" 1956).

Οι παραπάνω αντιμαρξιστικές απόψεις του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ που διατυμπανίστηκαν από τους χρουτσωφικούς ρεβιζιονιστές σαν "νέες" απόψεις και προβλήθηκαν συστηματικά "σαν δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού στις νέες συνθήκες" δεν ήταν καθόλου νέες ούτε αποτελούσαν "δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού". Αντίθετα ήταν τόσο παλιές όσο και η ηλικία του μπερνσταϊνικού ρεβιζιονισμού ("Η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο πραγματοποιείται με το δρόμο της κοινοβουλευτικής πάλης χρησιμοποιώντας το εκλογικό δικαίωμα" 1898). Δεν σήμαιναν "ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού" αλλά απόρριψη και προδοσία του, δεν ήταν παρά επανέκδοση και κωδικοποίηση των αντεπαναστατικών απόψεων του Μπερνστάϊν και των άλλων ρεβιζιονιστών ηγετών (Καούτσκυ, Μπάουερ, Αντλερ, Χίλφερντιγκ κλπ.) της Δεύτερης Διεθνούς καθώς και των αντεπαναστατικών θέσεων της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας.

Τις αντεπαναστατικές και αντιμαρξιστικές απόψεις του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ ακολούθησαν και ακολουθούν και σήμερα πιστά οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ"ΚΕ. Αυτές οι αντεπαναστατικές απόψεις βρήκαν την έκφρασή τους στα διάφορα προγράμματα του ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ και εφαρμόστηκαν και εφαρμόζονται και στην πραχτική πολιτική δράση που βρίσκεται στην υπηρεσία της ντόπιας αντιδραστικής αστικής τάξης και του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού.

Έτσι στην "Προγραμματική Διακήρυξη" (Φλεβάρης 1957) του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ και στο κεφάλαιο «είναι δυνατός ο ειρηνικός δρόμος» αναφέρεται πως «σήμερα υπάρχουν πιο πολλές προϋποθέσεις να ακολουθηθεί ο ειρηνικός δρόμος. Το ΚΚΕ θα κάνει ότι εξαρτάται από αυτό για να πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή ειρηνικά» (Σαράντα χρόνια του ΚΚΕ 1918- 1958, σελ.. 691) και παρακάτω αναφέρεται πως αυτό θα εξαρτηθεί από τη στάση της «πλουτοκρατικής ολιγαρχίας». Στο πρόγραμμα του 8ου συνεδρίου του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ (τότε ήταν ακόμα ενωμένες οι σημερινές ρεβιζιονιστές κλίκες του Χ. Φλωράκη και Γ. Μπανιά) αναφέρεται ότι «το ΚΚΕ θα κάνει το παν για την ειρηνική πραγματοποίηση της αλλαγής "και πως αν η αντίδραση θα καταφύγει στην βία τότε ο λαός πρέπει να είναι έτοιμος "και για τον άλλο το μη ειρηνικό δρόμο" (Το 8ο συνέδριο του ΚΚΕ, σελ„ 205, "πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις" 1961).

Το πρόγραμμα του 9ου συνεδρίου της προδοτικής κλίκας των Κολιγιάννη-Φλωράκη κάνει λόγο «για την χρησιμοποίηση κάθε μορφής πάλης, ειρηνικής ή μη ειρηνικής, ανάλογα με την στάση των αντιδραστικών δυνάμεων» (Το 9ο συνέδριο του ΚΚΕ, σελ. 173, Αθήνα 1974). Στο πρόγραμμα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ που ψηφίστηκε στο 10ο συνέδριο του αφού γίνεται λόγος για χρησιμοποίηση «κάθε μορφής πάλης, ειρηνικής ή μη ειρηνικής, ανάλογα με την στάση των αντιδραστικών δυνάμεων» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ, σελ. 23, Αθήνα 1978) αναφέρεται ότι «ασφαλώς, μπορεί το πέρασμα να γίνει και μέσω βουλευτικών εκλογών» (σελ. 23) και ακόμα ότι «το ΚΚΕ θέλει και θα επιδιώξει να περάσει με ειρηνικό τρόπο η εξουσία στην εργατική τάξη και στους συμμάχους της» και παρακάτω «το ΚΚΕ κάνει και θα συνεχίσει να κάνει ότι εξαρτάται απ’αυτό, για να δημιουργηθούν στη χώρα μας οι παραπάνω προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών μετασχηματισμών με ειρηνικό δρόμο» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ, σελ 23 - 24, Αθήνα 1978).

Υπενθυμίζουμε ακόμα ότι οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ"ΚΕ υπόγραψαν και την επαίσχυντη δήλωση υποταγής στην ντόπια αστική τάξη σύμφωνα με το φασιστικό διάταγμα 59/1974 στο οποίο αναφέρεται: «τα πολιτικά κόμματα, υφιστάμενα η εφεξής ιδρυόμενα, υποχρεούνται, όπως καταθέσουν δήλωσιν περιλαμβάνουσαν ότι αι αρχαί του κόμματος αντιτίθενται προς πάσαν ενέργειαν αποσκοπούσαν εις την βίαν, κατάληψιν της εξουσίας ή την ανατροπήν του ελεύθερου δημοκρατικού πολιτεύματος» ("Ριζοσπάστης" 19.10.74).

Τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ξεκάθαρα ότι το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ ακολουθεί πιστά την αντεπαναστατική γραμμή του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ και κατεπέχταση και τις αντεπαναστατικές απόψεις των ρεβιζιονιστών ηγετών της Δεύτερης Διεθνούς.

Οι αντιμαρξιστικές θέσεις τόσο του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ όσο και του προγράμματος του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ είναι πιστή αντιγραφή των θέσεων των προγραμμάτων της σοσιαλδημοκρατίας, Εκτός από την απόρριψη της βίαιης ένοπλης επανάστασης σαν το μόνο δρόμο για την ανατροπή του καπιταλισμού, στο πρόγραμμα του 10ου συνεδρίου, όπως και στα προηγούμενα προγράμματα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ, απορρίπτεται η αναγκαιότητα της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής - θέση και αυτή του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ και των προγραμμάτων της σοσιαλδημοκρατίας - και γίνεται λόγος μόνο για «εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού» (Πρόγραμμα του ΚΚΕ, σελ. 28, Αθήνα 1978). Είναι όμως πασίγνωστο ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει την έτοιμη αστική κρατική μηχανή και να την βάλλει στην υπηρεσία της, να την χρησιμοποιήσει σαν όργανο για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική, αλλά πρέπει να την τσακίσει, να την συντρίψει και στην θέση της να βάλλει το νέο κράτος της, τη Διχτατορία του Προλεταριάτου.

Στο πρόγραμμα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ απορρίπτονται, όπως βλέπουμε, και οι δυο βασικοί νόμοι που διέπουν, τόσο την αντιιμπεριαλιστική όσο και την προλεταριακή επανάσταση, δηλ. ο νόμος της βίαιης ένοπλης επανάστασης και ο νόμος της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, οι οποίοι αποτελούν προκαταβολικό όρο, προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου. Χωρίς να προηγηθεί ο νικηφόρος ένοπλος αγώνας του προλεταριάτου, κάτω από την καθοδήγηση του επαναστατικού μαρξιστικού - λενινιστικού κόμματος του, που θα συντρίψει τον αστικό στρατό και στη συνέχεια να ολοκληρωθεί η πλήρης καταστροφή του αστικού κρατικού μηχανισμού, δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί η Διχτατορία του Προλεταριάτου.

Έτσι απορρίπτοντας, οι προδότες ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ"ΚΕ, τις δυο βασικές προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου απορρίπτουν ουσιαστικά, παρά τη φραστική διατήρησή της στο πρόγραμμά τους, και τη Διχτατορία του Προλεταριάτου. Αυτό που αυτοί χαρακτηρίζουν σαν διχτατορία του προλεταριάτου είναι στην πραγματικότητα η ίδια η διχτατορία της αστικής τάξης, η οποία ποτέ δεν ανατράπηκε, γιατί η ανατροπή της αστικής δικτατορίας μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την βίαιη ένοπλη επανάσταση.

Άρνηση της δικτατορίας του προλεταριάτου σημαίνει επίσης και η θέση των ρεβιζιονιστών για "ελεύθερη ύπαρξη των κομμάτων" στο "σοσιαλισμό" τους (Πρόγραμμα του ΚΚΕ, σελ. 46, Αθήνα 1978). Αυτή η θέση τους είναι η γνωστή θέση του λεγόμενου «πλουραλιστικού σοσιαλισμού» των ευρωκομμουνιστών ρεβιζιονιστών.

Από τα παραπάνω είναι φανερό πως το πρόγραμμα του 10ου συνεδρίου του "Κ"ΚΕ, στο οποίο απορρίπτονται οι γενικές νομοτέλειες που διέπουν την αντιιμπεριαλιστική και προλεταριακή επανάσταση είναι ένα πρόγραμμα ρεβιζιονιστικά που δεν οδηγεί στην ανατροπή του καπιταλισμού στην χώρα μας. Και αυτό που χαρακτηρίζουν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες στο πρόγραμμά τους σαν «σοσιαλισμό» δεν έχει καμιά σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό των Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν - Στάλιν που οικοδομούνταν την εποχή των Λένιν - Στάλιν στη Σοβιετική Ένωση και οικοδομείται σήμερα στην Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας. O «σοσιαλισμός» των ρεβιζιονιστών δεν είναι παρά καπιταλισμός, και πιο συγκεκριμένα είναι ο παλινορθωμένος καπιταλισμός των ρεβιζιονιστικών χωρών (Σοβιετική Ένωση, Γιουγκοσλαβία, Πολωνία, Ρουμανία, Ουγγαρία, κλπ.).

Οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ"ΚΕ ισχυρίζονται ότι το πρόγραμμά τους είναι «αντιιμπεριαλιστικό» δηλαδή απαλλάσσει τη χώρα μας από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και ακόμα ότι είναι «αντιμονοπωλιακό» δηλαδή χτυπάει όλα τα μονοπώλια.

Τίποτε από τα δυο δεν αληθεύει. Το πρόγραμμα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ όχι μόνο δεν καταργεί όλες τις συμβάσεις με το ξένο κεφάλαιο αλλά μιλάει ανοιχτά και για συνεργασία μ’αυτό Στο πρόγραμμα αναφέρεται: «αναθεώρηση η ακύρωση των επιζήμιων για την εθνική οικονομία συμβάσεων με το ξένο κεφάλαιο" (Πρόγραμμα του "Κ"ΚΕ, σελ.30 - 31, Αθήνα 1978). Από δω προκύπτει ότι το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ αφού δεν ακυρώνει όλες ανεξαίρετα τις ως τώρα συμφωνίες με το ξένο κεφάλαιο αλλά μόνο ορισμένες και τις υπόλοιπες τις "αναθεωρεί", θα διατηρήσει την ιμπεριαλιστική εξάρτηση της χώρας μας από το ξένο κεφάλαιο. Κάτι παραπάνω. Μας λέει ότι θα επεκτείνει ακόμα παραπέρα την "συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο" με "αμοιβαία επωφελείς όρους" !!! (σελ. 31), όπως ισχυρίζεται δηλαδή θα προσδέσει ακόμα πιο σφιχτά τη χώρα στο άρμα του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Επίσης όταν γίνεται λόγος για "αξιοποίηση της ολόπλευρης βοήθειας που προσφέρουν οι σοσιαλιστικές (διάβαζε: οι καπιταλιστικές χώρες της ΚΟΜΕΚΟΝ) χώρες" (σελ. 31) εννοούν την υποταγή της χώρας μας στα νεοαποικιοκρατικό σχέδια του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού.

Η θέση τους για "συνεργασία με το ξένο κεφάλαιο" με αμοιβαία δήθεν "επωφελείς όρους" πρέπει να παρατηρήσουμε ότι είναι αντιγραφή της ίδιας ακριβώς θέσης των ιδεολόγων του διεθνούς ιμπεριαλισμού. Ακόμα και η θέση τους για "οικοδόμηση του σοσιαλισμού τους " με τα δεκανίκια του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου δηλαδή με την "συνεργασία" τους δεν είναι ούτε καινούργια ούτε πρωτότυπη. Τα ίδια έλεγε και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία πριν 40 περίπου χρόνια, την εποχή του ιμπεριαλιστικού σχεδίου Μάρσαλ, ότι θα "οικοδομούσε" τον "σοσιαλισμό" της με την "βοήθεια" του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και καλούσε το προλεταριάτο και τους λαούς να υποταχθούν στα αποικιοκρατικά σχέδια των αμερικανών ιμπεριαλιστών.

Το πρόγραμμα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ δεν είναι ούτε αντιμονοπωλιακό, όπως ισχυρίζονται οι ρεβιζιονιστές, γιατί μιλάει απλώς για "περιορισμό της δράσης των μονοπωλίων" (Πρόγραμμα του ΚΚΕ, σελ. 31, Αθήνα 1978).

Βλέπουμε λοιπόν ότι το πρόγραμμα του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ που ψηφίστηκε στο 10ο συνέδριο δεν είναι ούτε αντιιμπεριαλιστικό ούτε αντιμονοπωλιακό δηλαδή δεν απαλλάσσει την χώρα μας από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση ούτε θίγει την κυριαρχία του συνόλου των μονοπωλίων.

Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το πρόγραμμα του "Κ"ΚΕ δεν είναι επαναστατικό και κατά συνέπεια δεν οδηγεί στην ανατροπή του ελληνικού καπιταλισμού. Αντίθετα αυτό είναι ένα αντεπαναστατικό ρεφορμιστικό πρόγραμμα που περιορίζεται σε μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια του καπιταλισμού, είναι ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και διαιώνισης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού της χώρας μας.

* * *

Αρ. Φύλλου 2, Φλεβάρης 1983

Το 11o συνέδριο του "K"KE η ο σοσιαλδημοκρατικός δρόμος της συμμετοχής στην αστική κυβέρνηση για την υπεράσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης και την διαχείριση των υποθέσεών της

Η προδοσία των επαναστατικών Αρχών του μαρξισμού λενινισμού και η υιοθέτηση από το ρεβιζιονιστικά "Κ" Κ Ε των αντεπαναστατικών ρεβιζιονιστικών απόψεων του 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν στον πλήρη σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό του.

Η νέα ρεβιζιονιστική θέση και απόφαση του "Κ" Κ Ε για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση για να διαχειριστεί και να υπερασπίσει, και ανοιχτά πλέον, τα συμφέροντα και τις υποθέσεις της αντιδραστικής αστικής τα ξης της χώρας μας, που πρωτοδιατυπώθηκε στην ολομέλεια του "Κ"ΚΕ τον Ιούλη του 1980 και επικυρώθηκε πρόσφατα και από το 11ο συνέδριο του, ολοκληρώνει τον οριστικό σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό του.

Αυτή η νέα θέση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για συμμετοχή του στην αστική κυβέρνηση αποτέλεσε το τελευταίο βήμα, στην προδοτική του πορεία για τον πλήρη και οριστικό σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό του.

Οι ρεβιζιονιστές ηγέτες παρουσιάζουν βέβαια, την νέα θέση τους για συμμετοχή τους στην αστική κυβέρνηση σαν θέση που συμφωνεί δήθεν με τις επαναστατικές Αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, σαν θέση που υπερασπίζει δήθεν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, σαν θέση που δίνει πλέον την δυνατότητα να "ανοίξει" δήθεν στη χώρα μας ο δρόμος προς το σοσιαλισμό. Όμως η νέα θέση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ, παρά την δημαγωγία αποτελεί στην πραγματικότητα το αποκορύφωμα της προδοσίας εκ μέρους του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ του μαρξισμού-λενινισμού, σημαίνει απροσχημάτιστη προδοσία των συμφερόντων της εργατικής τάξης και ανοιχτή επίσημη υπεράσπιση των συμφερόντων της αντιδραστικής αστικής τάξης και διαχείριση των υποθέσεων της. Η συμμετοχή του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ στην αστική κυβέρνηση δεν πρόκειται καθόλου να θίξει τον καπιταλισμό, πολύ περισσότερο δεν σημαίνει "άνοιγμα" του δρόμου προς τον σοσιαλισμό. Αντίθετα η επιδίωξη αυτή του "Κ" Κ Ε σημαίνει προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, σημαίνει προσπάθεια διαφύλαξης και διαιώνισης του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος της χώρας μας.

Η αντεπαναστατική θέση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση είναι η γνωστή θέση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, τα οποία πήραν και παίρνουν μέρος στις αστικές κυβερνήσεις των διαφόρων χωρών, τα οποία κατά καιρούς διαχειρίστηκαν και ορισμένα από αυτά διαχειρίζονται ακόμα και σήμερα τις υποθέσεις της αστικής τάξης των χωρών τους , υπερασπίζουν τα συμφέροντα της αστικής τάξης και καταπιέζουν το προλεταριάτο αυτών των χωρών.

O Λένιν, όπως είναι γνωστό, χαρακτήρισε την συμμετοχή των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους σαν "πραχτικό μπερνσταϊνισμό" δηλαδή μια άμεση, ανοιχτή και επίσημη εξυπηρέτηση των συμφερόντων των καπιταλιστών, μια διαχείριση των υποθέσεών τους, μια ανοιχτή υπεράσπιση του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος. Παίρνοντας αφορμή από την συμμετοχή του Μιλεράν στην αστική κυβέρνηση της Γαλλίας, ο Λένιν έγραφε ότι "ο Μιλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πρακτικού μπερνσταϊνισμού" (Λένιν, Τι να κάνουμε;, σελ. 13).

Τα ίδια, μ’αυτά που λέει σήμερα το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ, έλεγαν τότε και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ότι η συμμετοχή τους στις αστικές κυβερνήσεις θα "άνοιγε" δήθεν τον δρόμο στο σοσιαλισμό. Τα ίδια λέει σήμερα και το ρεβιζιονιστικά "Κ"Κ Γαλλίας που συμμετέχει πραχτικά στην αστική κυβέρνηση της Γαλλίας, στην κυβέρνηση Μιττεράν. Η αστική κυβέρνηση των Μιττεράν-Μαρσαι υπερασπίζει τα συμφέροντα των γαλλικών μονοπωλίων και καταπιέζει το γαλλικό προλεταριάτο και στην σημερινή περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης βοηθάει τα γαλλικά μονοπώλια να αυξήσουν τα κέρδη τους μέσω της έντασης της εκμετάλλευσης των γάλλων εργατών και των άλλων λαών και να ρίξουν όλα τα βάρη της κρίσης στις πλάτες του γαλλικού λαού. Το ρεβιζιονιστικό "Κ"Κ Γαλλίας συμμετέχει στην αστική κυβέρνηση της Γαλλίας για να υπερασπίσει τα συμφέροντα των γάλλων καπιταλιστών και του γαλλικού ιμπεριαλισμού, συμμετέχει στην αστική κυβέρνηση για να προστατεύσει και διαιωνίσει το εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα της Γαλλίας.

Όπως στην περίπτωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, οι γάλλοι σοσιαλιστές του Μιλεράν ήταν οι πρώτοι, που με την συμμετοχή τους στην αστική κυβέρνηση έδωσαν ένα "θαυμάσιο δείγμα του πραχτικού μπερνσταϊνισμού" έτσι και σήμερα στην περίπτωση των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, οι γάλλοι ρεβιζιονιστές του Μαρσαί με την συμμετοχή τους στη σημερινή αστική κυβέρνηση της Γαλλίας είναι πάλι οι πρώτοι που δίνουν ένα «θαυμάσιο δείγμα του πραχτικού μπερνσταϊνισμού». Οι ρεβιζιονιστές του Φλωράκη βιάζονται να καταλάβουν τη δεύτερη θέση.

Όπως αναφέραμε, η νέα αντεπαναστατική θέση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για συμμετοχή του στην αστική κυβέρνηση της χώρας μας, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην ολομέλεια του Ιούλη του 1980. Σ’αυτήν την ολομέλεια γίνεται λόγος για «σχηματισμό δημοκρατικής κυβέρνησης» (ΚΟΜΕΠ 7 - 8 / 1980 σελ, 11) και τη συμμετοχή σ’αυτή του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ και ακόμα γίνεται λόγος «για την πραγματοποίηση μιας πραγματικής αλλαγής, που θα ανοίξει τον δρόμο για ριζικούς αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς δημοκρατικούς μετασχηματισμούς» (ΚΟΜΕΠ, 7-8 / 1980, σελ. 6).

Από τότε το ζήτημα της συμμετοχής του "Κ"ΚΕ σε μια αστική κυβέρνηση έγινε ζήτημα σχηματισμού κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ - "Κ"ΚΕ και αποτέλεσε το κύριο θέμα της προεκλογικής προπαγάνδας του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για τις εκλογές του Οχτώβρη 1981. Σαν εκλογικό πρόγραμμά του το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ παρουσίασε το σχηματισμό κυβέρνησης για την «πραγματοποίηση μιας πραγματικής αλλαγής «που θα άνοιγε το δρόμο σε αντιιμπεριαλιστικούς αντιμονοπωλιακούς μετασχηματισμούς» οι οποίοι με τη σειρά τους θα «άνοιγαν το δρόμο στο σοσιαλισμό».

Το πρόγραμμα της «πραγματικής αλλαγής» του "Κ"ΚΕ είναι το ίδιο, από πλευράς περιεχομένου, με το πρόγραμμα της «μεγάλης αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ. Οι διαφορές τους είναι μόνο διαφορές διατύπωσης. Και τα δύο είναι προγράμματα που προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν και στερεώσουν τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό της χώρας μας.

Ανεξάρτητα από το ότι δεν πραγματοποιήθηκε ο σχηματισμός Κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ-"Κ"ΚΕ — κι αυτό δεν έγινε από άρνηση του ΠΑΣΟΚ — για το ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ παραμένει κεντρική και άμεση επιδίωξη η συμμετοχή του στην αστική κυβέρνηση με σκοπό να υπερασπίσει τα συμφέροντα της αστικής τάξης και να διαχειριστεί τις υποθέσεις της, να στερεώσει την αστική διχτατορία και να καταπιέσει τα προλεταριάτο, να εκσυγχρονίσει τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και να διαιωνίσει το εκμεταλλευτικό καπιταλιστικό σύστημα.

Γι’αυτό το ζήτημα της συμμετοχής του "Κ"ΚΕ στην αστική κυβέρνηση της χώρας αποτέλεσε και το κεντρικό, αν όχι το μοναδικό, πρόβλημα των θέσεων της Κ.Ε. του για το 11ο Συνέδριο, της εισήγησης του αποστάτη Φλωράκη καθώς και της πολιτικής απόφασης που δημοσιεύτηκε στις 30 Δεκέμβρη 1982.

Εκτός τούτου και ολόκληρη η αρθρογραφία στο "Ρ" και στην "ΚΟΜΕΠ" καθώς και η προσυνεδριακή συζήτηση περιστράφηκαν αποκλειστικά γύρω από το ζήτημα της συμμετοχής του "Κ"ΚΕ στην αστική κυβέρνηση. Χαραχτηριστικό επίσης της μεγάλης σημασίας που αποδίδουν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ"ΚΕ στη συμμετοχή τους στην αστική κυβέρνηση είναι και το ότι το 11ο Συνέδριο τους το χαρακτηρίζουν σαν «Συνέδριο πάλης για τη πραγματική αλλαγή» δηλαδή Συνέδριο προετοιμασίας για τη συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση για την διαχείριση των υποθέσεων της αστικής τάξης. «Συνέδριο πάλης για τη πραγματική αλλαγή. Τέτοιο φιλοδοξούμε πριν απ’όλα και κυρίως, να είναι το 11ο Συνέδριο του "Κ"ΚΕ» γράφει ο ρεβιζιονιστής Φαράκος στο "Ρ" (12-12-82) στις παραμονές του 11ου Συνεδρίου. Η νέα αντεπαναστατική θέση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση που διατυπώθηκε για πρώτη φορά στην ολομέλεια του Ιούλη 1980, έπρεπε να επικυρωθεί και από το 11ο Συνέδριο για να γίνει οριστικά πλέον επίσημη πολιτική γραμμή του "Κ"ΚΕ. Η επικύρωση από το 11ο Συνέδριο ήταν εντελώς απαραίτητη στους ρεβιζιονιστές ηγέτες για ν’αποκτήσουν έτσι την πλήρη εμπιστοσύνη της άρχουσας αστικής τάξης που τούς ζητούσε να μπουν ανοιχτά και ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της. Είναι μια επί πλέον απόδειξη της υποταγής τους στην αστική τάξη γιατί αυτή η επικύρωση επισφραγίζει τον οριστικό και πλήρη σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό του "Κ"ΚΕ.

Αυτός ήταν ο λόγος που οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του "Κ" Κ Ε από τη μια, πήραν όλα τα απαραίτητα μέτρα να προσανατολιστεί και να περιοριστεί η προσυνεδριακή συζήτηση στο ζήτημα της συμμετοχής στην αστική κυβέρνηση και να μην επεκταθεί σε άλλα ζητήματα τα οποία πιθανόν να προκαλούσαν προβληματισμούς και αντιδράσεις στη βάση του "Κ"ΚΕ και από την άλλη κατέβαλλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να εμφανίσουν τη νέα θέση τους σαν «κάτι το εντελώς φυσικό» που δεν έρχεται σε αντίθεση με τις επαναστατικές αρχές, πολύ περισσότερο δεν αποτελεί προδοσία τους για να μπορέσουν έτσι να εξασφαλίσουν την επικύρωση από το Συνέδριο, πράγμα που πέτυχαν.

Το πόσο φοβούνταν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες από τέτοιες συζητήσεις το δείχνει και η αντίδραση του Φλωράκη στη συνέντευξη-απάντησή του στον Α. Παπανδρέου. Λέει: «Έχω πει και άλλη φορά ότι πρέπει να τελειώσει η τέτοιου είδους συζήτηση για τον όρο "διχτατορία του προλεταριάτου" και συνεχίζει «ομολογώ πως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αυτή η αναφορά του τώρα στη διχτατορία του προλεταριάτου προσκόλληση στο δογματισμό κ.λ.π, και γιατί αντίθετα αποσιωπούνται οι τοποθετήσεις των θέσεων της Κ.Ε για τα 11ο Συνέδριο του Κόμματος όπου δίνουμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα για την πραγματική αλλαγή (διάβαζε πρόγραμμα για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού) όπου ακόμα δίνουμε τις κεντρικές ιδέες μας και τις αναζητήσεις μας για τη μορφή και τη μέθοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη συγκεκριμένη εθνική μας πραγματικότητα» ("Ρ" 9-11-82).

Στην ίδια συνέντευξη, και ένα μήνα πριν το 11ο Συνέδριο ο ρεβιζιονιστής Φλωράκης στο μεγάλο ζήλο του να υπηρετήσει πιστά την αστική τάξη και να διαχειριστεί τις υποθέσεις της με τη συμμετοχή του στη κυβέρνηση, φρόντισε να απορρίψει ανοιχτά και τη διχτατορία του προλεταριάτου. Δήλωσε: «είτε χρησιμοποιεί κανείς αυτόν τον όρο είτε όχι - και αυτό δεν είναι θέμα αρχής (υπογρ. δική μας) ........ « ("Ρ" 9-11-82). Η δήλωση αυτή του Φλωράκη ότι το ζήτημα της δικτατορίας του προλεταριάτου δεν είναι ζήτημα αρχής σημαίνει ανοιχτή απόρριψη της δικτατορίας του προλεταριάτου και προδοσία του Μαρξισμού-Λενινισμού.

Το 11ο Συνέδριο του "Κ"ΚΕ που διεξήγε τις εργασίες του στην πολυτελέστατη αίθουσα συνεδρίων του λεγόμενου «σπιτιού του Κόμματος» - τύφλα νάχουν μπροστά του τα πολυτελή μέγαρα των μεγιστάνων του κεφαλαίου - τελείωσε στα μέσα Δεκέμβρη και στο τέλος Δεκέμβρη δημοσιεύτηκε και η πολιτική απόφαση του 11ου Συνεδρίου. Και το χτίσιμο του πολυτελέστατου μεγάρου στο Περισσό, το λε-γόμενο «σπίτι του Κόμματος» εξυπηρετεί τις «νέες ανάγκες» που θα γεννηθούν από τη συμμετοχή των ρεβιζιονιστών στην αστική κυβέρνηση. Ή μήπως το θέλουν για να εγκατασταθεί σ'αυτό το «στρατιωτικό επιτελείο» τους που θα διευθύνει από εκεί την «ένοπλη εξέγερση» στην Αθήνα και σ'όλη την Ελλάδα για την «ανατροπή» του καπιταλισμού και δεν το ξέρουμε ;

Το 11 ο Συνέδριο του "Κ"ΚΕ επικύρωσε τελικά την νέα αντεπαναστατική αντιμαρξιστική θέση των ρεβιζιονιστών ηγετών και ταυτόχρονα επισφράγισε και τον πλήρη και οριστικό σοσιαλδημοκρατικό εκφυλισμό του "Κ"ΚΕ.

Το κεντρικό πολιτικό πρόβλημα παραμένει, από τώρα και στο εξής η συμμετοχή τους στην αστική κυβέρνηση για να προστατεύσει τον καπιταλισμό από την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου και την απειλή της προλεταριακής επανάστασης.

Αυτό βέβαια δεν είναι καθόλου περίεργο. Αντίθετα είναι εντελώς φυσικό και σωστό για ένα κόμμα όπως το ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ, που έχει προδώσει στο σύνολο του τον Μαρξισμό-Λενινισμό, την προλεταριακή επανάσταση και τον Κομμουνισμό και έχει εκφυλλιστεί σ'ένα αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου, σ'ένα κόμμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Ο Λένιν αναφερόμενος στη σοσιαλδημοκρατία, μ’αφορμή τη συμμετοχή του Μιλεράν στην αστική κυβέρνηση της Γαλλίας, έγραφε σχετικά : «πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει νάχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει στην αστική κυβέρνηση αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς» (Λένιν, Τι να κάνουμε;, σελ. 13).

Απ'αυτή την άποψη το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ έχει απόλυτο δικαίωμα να επιδιώκει τη συμμετοχή του στην αστική κυβέρνηση της χώρας μας για να υπερασπίσει τα συμφέροντα των καπιταλιστών και να διαχειριστεί τις υποθέσεις τους, αυτό όμως που δεν μπορεί να κάνει είναι να παρουσιάζει την συμμετοχή του αυτή σαν σύμφωνη με τις επαναστατικές αρχές του Μαρξισμού-Λενινισμού, σαν υπεράσπιση των συμφερόντων του προλεταριάτου της χώρας μας, σαν δρόμο που οδηγεί δήθεν στην ανατροπή του καπιταλισμού στην απαλλαγή της χώρας από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση και στο σοσιαλισμό.

Διαβάζοντας κανείς τις θέσεις της Κ.Ε του "Κ"ΚΕ για το 11ο Συνέδριο, την εισήγηση σ’αυτό του αποστάτη Φλωράκη και την πολιτική απόφαση του 11ου Συνεδρίου διαπιστώνει με ευκολία ότι και στα τρία αυτά ντοκουμέντα περιέχονται οι γνωστές ρεβιζιονιστές θέσεις του "Κ"ΚΕ τόσο σχετικά με την εκτίμηση της διεθνούς κατάστασης όσο και σχετικά με την εσωτερική κατάσταση.

Δεν πρόκειται εδώ να αναφερθούμε σε όλα τα ζητήματα που θίγουν τα παραπάνω ντοκουμέντα του "Κ"ΚΕ, αλλά θα περιοριστούμε μόνο στη λεγόμενη «πραγματική αλλαγή», στο πέρασμα στη «δημοκρατία του λαού» και στο «σοσιαλισμό».

Το πρόγραμμα της «πραγματικής αλλαγής» που έχει διατυπωθεί στις Θέσεις για το 11ο συνέδριο και στην εισήγηση του Φλωράκη είναι: 1) ακριβώς το ίδιο με το προεκλογικό πρόγραμμα του "Κ"ΚΕ και 2) ταυτίζεται σε όλα τα βασικά σημεία με το πρόγραμμα της «μεγάλης αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ, αφού, όπως παραδέχονται και οι ίδιοι οι ρεβιζιονιστές, δεν συνιστά «μια συνολική ανατροπή του καθεστώτος της κυριαρχίας των μονοπωλίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης» (Χ. Φλωράκης, Εισήγηση στο 11ο Συνέδριο, ΚΟΜΕΠ 1/1983,σελ. 9).

Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα πως εννοεί την «πραγματική αλλαγή» του το "Κ"ΚΕ, η οποία θα οδηγήσει δήθεν «ειρηνικά» στο «πέρασμα στην αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό» (στο ίδιο, σελ. 10).

Το ζήτημα του σχηματισμού «δημοκρατικής κυβέρνησης» δηλαδή το ζήτημα της συμμετοχής τους στην αστική «δημοκρατική κυβέρνηση» είναι ο βασικός στόχος των ρεβιζιονιστών ηγετών του "Κ"ΚΕ που δίνει και το πραγματικό περιεχόμενο της «πραγματικής αλλαγής». Αναφερόμενος ο Γρ.Φαράκος στο ιστορικό της διαμόρφωσης και στο περιεχόμενο της «πραγματικής αλλαγής» τονίζει ότι «η διέξοδος της δημοκρατικής κυβέρνησης» αποτελεί «μια ιδιαίτερης σημασίας συμπλήρωση» του περιεχομένου της (Γ. Φαράκος ΚΟΜΕΠ 11/1982,σελ.9).

Το “K”ΚΕ προτείνει λοιπόν το σχηματισμό «μιας δημοκρατικής κυβέρνησης που θα στηρίζεται σ'όλες τις δυνάμεις που ενδιαφέρονται για μια πραγματική αλλαγή» (Χ. Φλωράκης, στα ίδιο, σελ. 9). Σ'αυτή τη λεγόμενη «δημοκρατική κυβέρνηση» που θα προέλθει από τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών, θα συμμετέχει και το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ. O Φλωράκης λέει : «εμείς θα επιδιώξουμε τη συμμετοχή μας σε μια δημοκρατική κυβέρνηση, εφόσον το περιεχόμενο και ο τρόπος άσκησης της κυβερνητικής πολιτικής είναι σε μια κατεύθυνση πραγματικής αλλαγής... για μας η κυβερνητική εξουσία δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι μέσον για να προωθήσουμε την εθνική μας ανεξαρτησία, για να κάνουμε καλύτερη και αληθινά δημοκρατική τη ζωή του λαού μας, για να φέρουμε μια πραγματική αλλαγή στο τόπο μας» (στο ίδιο,σελ. 16).

Δίπλα και μαζί με τη λεγόμενη «δημοκρατική κυβέρνηση» που θα αποτελείται από αστούς και ρεβιζιονιστές θα υπάρχουν και θα δρουν όλα τα υπόλοιπα αστικά και φασιστικά κόμματα τα υπάρχοντα και όσα ακόμα δημιουργηθούν. Μ'άλλα λόγια θα υπάρχει σε πλήρη δράση το αστικό κοινοβούλιο. «Πουθενά δεν λέμε να καταργηθεί το κόμμα της Δεξιάς, η "Ν.Δ.". Αντίθετα θα διαβάσετε στις θέσεις μας για τον εκδημοκρατισμό, ζητάμε και παλεύουμε για την εξασφάλιση ίσων δικαιωμάτων, ίσης μεταχείρισης όλων των κομμάτων» (Χ. Φλωράκης συνέντευξη πάνω στις θέσεις, ΚΟΜΕΠ 10/1982,σελ.6).

Αυτή η «δημοκρατική κυβέρνηση» θα έχει σύμφωνα με τούς ρεβιζιονιστές να προωθήσει μια σειρά στόχους οι οποίοι αποτελούν το πρόγραμμά της. Σχετικά με τούς στόχους αυτούς ο Φλωράκης λέει: «οι στόχοι αυτοί δεν συνιστούν μια συνολική ανατροπή του καθεστώτος της κυριαρχίας των μονοπωλίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όμως πρόκειται για ουσιαστικές αλλαγές που περικλείνουν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, ρήξεις με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό. Η προώθησή τους από μια δημοκρατική κυβέρνηση, που θα γίνεται μέσα από οξυμένες ταξικές αναμετρήσεις θα αδυνατίζει τις θέσεις της μονοπωλιακής ολιγαρχίας, θα συμβάλλει στην δημιουργία συσχετισμού δυνάμεων τέτοιου, ώστε να μπορεί, με ορισμένες προϋποθέσεις να πραγματοποιηθεί το πέρασμα στην αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό» (Χ. Φλωράκης, Εισήγηση στο 11ο Συνέδριο, ΚΟΜΕΠ 1 /1983,σελίδα 9-10). Ένας άλλος ρεβιζιονιστής ο Δ.Σάρλης γράφει «με την εκπλήρωση των καθηκόντων της αλλαγής, θα περιορίζονται οι θέσεις των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού και θα διευρύνονται οι θέσεις των συνεπών αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δημοκρατικών δυνάμεων. Γενικά θα συντελεστεί μια στροφή της πολιτικής κατάστασης προς την κατεύθυνση της προόδου και θα δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες πάλης για τη δημοκρατία του λαού. Κάτω μάλιστα από ορισμένες προϋποθέσεις, η πραγματική αλλαγή είναι δυνατόν να αποτελέσει φάση περάσματος στη δημοκρατία αυτή, να μετεξελιχτεί σε επαναστατική αλλαγή» (Δ.Σάρλης, ΚΟΜΕΠ 10/1982,σελ, 14). Και ο Γ.Φαράκος γράφει: «η πραγματική αλλαγή δεν είναι, ακόμα, επαναστατική αλλαγή, δεν εντάσσεται μέσα στο ενιαίο επαναστατικό προτσές, είναι όμως μια φάση που μπορεί να οδηγήσει στο πέρασμα σ'αυτό το προτσές. Και αυτό, και γιατί, όπως εξηγήθηκε προηγούμενα, οι στόχοι της πραγματικής αλλαγής συνδέονται άμεσα με την προοπτική των επαναστατικών αλλαγών, αλλά δεν αποτελούν, αυτοί καθαυτοί, επανάσταση» (Γ.Φαράκος, ΚΟΜΕΠ 11/1982,σελ. 11).

Τα παραπάνω εκτεταμένα αποσπάσματα δείχνουν ξεκάθαρα τον αντεπαναστατικό ρεφορμιστικό δρόμο που προβάλλουν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες για το πέρασμα από τη λεγόμενη «πραγματική αλλαγή» στην «αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού» και ύστερα στο «σοσιαλισμό» τους. Σύμφωνα μ’αυτούς διεξάγονται πρώτα εκλογές, σχηματίζεται ύστερα μια «δημοκρατική κυβέρνηση» δηλαδή μια αστική κυβέρνηση αποτελούμενη από τα διάφορα αστικά κόμματα και το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ και η εργατική τάξη με εκπρόσωπο της αυτή την αστική κυβέρνηση και με τη βοήθεια του αστικού κράτους καταχτά σταδιακά την πολιτική εξουσία και πραγματοποιείται έτσι το πέρασμα στην «αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού» και στο «σοσιαλισμό».

Το ρεβιζιονιστικά "Κ"ΚΕ προπαγανδίζοντας το δρόμο του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού περάσματος στο σοσιαλισμό» δεν πρωτοτυπεί καθόλου. Απλώς επαναλαμβάνει τις αντιμαρξιστικές και αντεπαναστατικές απόψεις των ρεβιζιονιστών ηγετών της δεύτερης Διεθνούς Μπερνστάϊν, Καούτσκυ κ.λ.π. και τις θέσεις της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Αναφερόμενος ο Μπερνστάϊν στο ζήτημα της κατάληψης της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο έγραφε ότι «μπορεί κανείς αυτή την κατάληψη να την πραγματοποιήσει: με το δρόμο του κοινοβουλευτικού αγώνα μέσω της εκμετάλλευσης του εκλογικού δικαιώματος και της χρησιμοποίησης όλων των άλλων νόμιμων μέσων ‘η με το δρόμο της βίας μέσω της επανάστασης» (Ε. Μπερνστάϊν, Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας, σελ. 116). «Σήμερα», διεκήρυσσε ο Μπερνστάϊν πριν 90 χρόνια, «πραγματοποιούμε μέσω του ψηφοδελτίου, της διαδήλωσης και άλλων παρόμοιων μέσων, μεταρρυθμίσεις για τις οποίες πριν εκατό χρόνια ήταν αναγκαίες αιματηρές επαναστάσεις.»

Οι ηγέτες του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ υπόσχονται σήμερα στο προλεταριάτο της χώρας μας κάτι περισσότερο από τον Μπερνστάϊν: του υπόσχονται όχι απλώς μεταρρυθμίσεις μα ένα σοσιαλισμό που μπορεί να πραγματοποιηθεί «ειρηνικά» χωρίς να είναι αναγκαία η βίαιη επανάσταση του προλεταριάτου.

Οι αντεπαναστατικές απόψεις των ηγετών της δεύτερης Διεθνούς, της σοσιαλδημοκρατίας, του 20ού Συνέδριου του ΚΚΣΕ, και των ηγετών του "Κ"ΚΕ όχι μόνο έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την επαναστατική διδασκαλία των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν αλλά έχουν διαψευστεί και από την ίδια την πορεία της ιστορίας. Σε καμιά χώρα δεν πραγματοποιήθηκε ως τα σήμερα «ειρηνικό, κοινοβουλευτικό» πέρασμα στα σοσιαλισμό ούτε πρόκειται να πραγματοποιηθεί. O δρόμος της Παρισινής Κομμούνας, ο δρόμος της μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης, ο δρόμος των πρώην Λαϊκών Δημοκρατιών και της Λ.Σ.Δ, Αλβανίας, ανεξάρτητα από το χαραχτήρα της επανάστασης, ήταν ο δρόμος της βίαιης ένοπλης επανάστασης του προλεταριάτου.

Τις αντεπαναστατικές απόψεις της θεωρίας του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού» περάσματος στο σοσιαλισμό όχι μόνο τις έχει διαψεύσει η ιστορία αλλά και τις αυταπάτες που γεννιούνται απ'αυτές τις έχει πληρώσει με πολύ αίμα το προλεταριάτο. Αναφέρομε εδώ τα τραγικά γεγονότα της Ινδονησίας και της Χιλής, που είναι από τα πιο πρόσφατα, όπου εξοντώθηκαν κάμποσες εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές και αντιφασίστες, εργάτες αγρότες και διανοούμενοι, χωρίς αντίσταση και άοπλοι, τα οποία δείχνουν ταυτόχρονα και την πλήρη χρεωκοπία του λεγόμενου «ειρηνικού κοινοβουλευτικού» περάσματος στο σοσιαλισμό.

Η θεωρία του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού» περάσματος στο σοσιαλισμό, που θεωρεί ξεπερασμένη για τις μέρες μας την βίαιη επανάσταση, εξυπηρετεί αποκλειστικά την άρχουσα αστική τάξη. Αυτή προπαγανδίζεται από το ρεβιζιονιστικό "Κ"ΚΕ σκόπιμα και συνειδητά για να καλλιεργήσει αυταπάτες στις γραμμές του προλεταριάτου, για να το αφοπλίσει πολιτικά και ιδεολογικά ώστε να το συντρίψει εύκολα η αστική τάξη.

O Μαρξισμός -Λενινισμός και η ιστορική πείρα μας διδάσκουν πως η άρχουσα αστική τάξη δεν πρόκειται ποτέ με τη θέλησή της να παραιτηθεί από τη πολιτική εξουσία και πως κάθε προσπάθεια του προλεταριάτου να αμφισβητήσει, έστω και στο ελάχιστο, τη πολιτική της εξουσία, θα την αντιμετωπίσει με αντεπαναστατική βία. Μάς διδάσκουν ακόμα πως ο μόνος δρόμος για να πετύχει το προλεταριάτο κάτω από τη καθοδήγηση του κόμματος του την ανατροπή και τη συντριβή της αστικής δικτατορίας είναι ο δρόμος του ένοπλου αγώνα. O Μαρξισμός-Λενινισμός θεωρεί το νόμο της βίαιης επανάστασης σαν νόμο υποχρεωτικό για κάθε προλεταριακή και αντιιμπεριαλιστική επανάσταση.

Μια άλλη αντεπαναστατική άποψη που προπαγανδίζουν στο 11ο Συνέδριο τους οι ηγέτες του "Κ"ΚΕ είναι η άποψη σύμφωνα με την οποία η εκπλήρωση των στόχων της λεγόμενης «πραγματικής αλλαγής» και το πέρασμα στη «δημοκρατία του λαού» και το «σοσιαλισμό» μπορεί να γίνει με τη βοήθεια του αστικού κράτους ή ακριβέστερα με τη βοήθεια του αστικού «δημοκρατικού κράτους» αφού οι ρεβιζιονιστές κάνουν λόγο για εκδημοκρατισμό του . Με όργανο λοιπόν το ίδιο το αστικό κράτος η «δημοκρατική κυβέρνηση» θα πραγματοποιεί «ουσιαστικές αλλαγές που περικλείνουν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, ρήξεις με τα μονοπώλια» (Χ.Φλωρά κης) ή όπως λέει ο Σάρλης με τη βοήθεια του αστικού κράτους θα εκπληρώνονται τα καθήκοντα της αλλαγής «θα περιορίζονται οι θέσεις των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού» και θα «πραγματοποιηθεί το πέρασμα στην αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή δημοκρατία του λαού με προοπτική το σοσιαλισμό» (Φλωράκης).

Όμως το αστικό κράτος δεν είναι μια «υπερταξική» και «ουδέτερη» δύναμη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα τόσο της αστικής τάξης όσο και του προλεταριάτου αλλά είναι όργανο στα χέρια της άρχουσας αντιδραστικής αστικής τάξης για τη διατήρηση της ταξικής της κυριαρχίας, για την υπεράσπιση των συμφερόντων της και για την καταπίεση και εκμετάλλευση του προλεταριάτου και των πλατιών λαϊκών μαζών . Το σημερινό αστικό κράτος είναι απόλυτα υποταγμένο στα μονοπώλια, και δεν έχει καμιά «σχετική αυτοτέλεια» όπως ισχυρίζονται οι ρεβιζιονιστές ούτε έχει «αντιθέσεις» όπως ισχυρίζεται ο ρεβιζιονιστής Φλωράκης (κοίτα εισήγηση σελ,25-26).

«Το βασικό ζήτημα» λέει ο Φλωράκης της «δημοκρατικής κυβέρνησης» είναι όχι να «ελέγξει» τον κρατικό μηχανισμό αλλά να τον «αλλάξει» (Χ. Φλωράκης, εισήγηση στο 11ο συνέδριο, σελ. 25). Σ’αντίθεση μ’αυτή την αντεπαναστατική άποψη του Φλωράκη για «αλλαγή» της ταξικής φύσης του αστικού κράτους στα πλαίσια του καπιταλισμού, ο μαρξισμός-λενινισμός διδάσκει, ότι όσο καιρό διατηρείται ο καπιταλισμός το αστικό κράτος δεν αλλάζει και δεν μπορεί ποτέ να αλλάξει την ταξική του φύση ούτε μπορεί να το αλλάξει το προλεταριάτο, αλλά παραμένει πάντα όργανο ταξικής κυριαρχίας των καπιταλιστών, όργανο υπεράσπισης των συμφερόντων τους, όργανο στα χέρια τους για την εκμετάλλευση και την καταπίεση του προλεταριάτου. Το αστικό κράτος είναι πάντα εχθρός του προλεταριάτου. Ακόμα και όταν ανατρέπεται ο καπιταλισμός από το ένοπλο προλεταριάτο, με επικεφαλής το κόμμα του, ούτε και τότε τίθεται ζήτημα «αλλαγής» του αστικού κράτους αλλά αντίθετα αυτό συντρίβεται, τσακίζεται και καταστρέφεται ολοκληρωτικά και στη θέση του μπαίνει το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, όταν η επανάσταση έχει χαραχτήρα σοσιαλιστικό ή το κράτος της δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς, όταν η επανάσταση έχει χαραχτήρα αντιιμπεριαλιστικό.

Είναι ολοφάνερο ότι ο δρόμος του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού» περάσματος στο σοσιαλισμό και ο δρόμος της «χρησιμοποίησης» του αστικού κράτους για την πραγματοποίηση δήθεν «επαναστατικών μετασχηματισμών» και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού που προπαγανδίζουν οι ρεβιζιονιστές ηγέτες ίου "Κ"ΚΕ είναι δρόμος πέρα για πέρα αντιμαρξιστικός, είναι ο δρόμος της σοσιαλδημοκρατίας και δεν οδηγεί ποτέ στο σοσιαλισμό. Αντίθετα οι αντεπαναστατικές αυτές απόψεις οδηγούν αναπόφευκτα στη στερέωση και τη διαιώνιση του καπιταλισμού με το να επιδιώκουν να απομακρύνουν το προλεταριάτο της χώρας μας από τον επαναστατικό δρόμο, το δρόμο της Μεγάλης Οχτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Ακόμα έχουν σα σκοπό να συγκαλύψουν την προδοτική πολιτική της συμμετοχής στην αστική κυβέρνηση του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ για να διαχειριστεί τις αποθέσεις της αστικής τάξης και να υπερασπίσει τα συμφέροντά της.

Σχετικά με το πρόγραμμα που προτείνεται στις θέσεις του 11ου συνεδρίου και στην εισήγηση του Φλωράκη, στο οποίο γίνεται λόγος «για μια οικονομική ανάπτυξη σε όφελος του λαού» και για «μια οικονομική ανάπτυξη σε ιμπεριαλιστική κατεύθυνση» που θα οδηγήσει δήθεν σε «έξοδο από την κρίση», στην «εξάλειψη της ανεργίας και του πληθωρισμού», στη «βελτίωση του επιπέδου της ζωής των εργαζομένων» κλπ, είναι ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα από αυτά που κατά καιρούς έχουν εφαρμοστεί από την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και εφαρμόζεται σήμερα στη Γαλλία από την κυβέρνηση των σοσιαλιστών του Μιττεράν και του ρεβιζιονιστικού "Κ"Κ Γαλλίας του Μαρσαί. Είναι όμως πασίγνωστο ότι αυτά τα σοσιαλδημοκρατικά προγράμματα δεν οδήγησαν ούτε ήταν ποτέ δυνατό να οδηγήσουν στην «εξάλειψη των κρίσεων», στην «εξάλειψη της ανεργίας και του πληθωρισμού» και στη «βελτίωση» του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών, πολύ περισσότερο δεν οδήγησαν αυτές τις χώρες στο σοσιαλισμό.

Έτσι και η εφαρμογή του αστικού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος της «πραγματικής αλλαγής» του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ δεν πρόκειται να οδηγήσει σε «έξοδο» και «εξάλειψη» της κρίσης, σε «εξάλειψη της ανεργίας και του πληθωρισμού», ούτε σε «βελτίωση» του βιοτικού επιπέδου των λαϊκών μαζών, ούτε σε «ρήξη με τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό» ούτε σε «έλεγχο της δράσης και τερματισμό της ασυδοσίας των μονοπωλίων», πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να «ανοίξει» το δρόμο στο σοσιαλισμό. Δεν είναι ποτέ δυνατό να εξαλειφτούν οι κρίσεις, η ανεργία, ο πληθωρισμός κλπ. ούτε να βελτιωθεί το βιοτικό επίπεδο των λαϊκών μαζών, ούτε είναι δυνατή μια οικονομική ανάπτυξη σε «αντιιμπεριαλιστική κατεύθυνση» στα πλαίσια του καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης δηλαδή στα πλαίσια της λεγόμενης «πραγματικής αλλαγής», η οποία «δεν σημαίνει ανατροπή του καθεστώτος των μονοπωλίων και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης» (Πολιτική απόφαση του 11ου συνεδρίου του ΚΚΕ, ΚΟΜΕΠ 1/1983, σελ. 51). Επίσης οι ρεβιζιονιστές ηγέτες ψεύδονται όταν ισχυρίζονται ότι το αστικό κράτος μπορεί να πάρει μέτρα για τον «περιορισμό της ασυδοσίας των μονοπωλίων». Ακριβώς το αντίθετο είναι σωστό. Το αστικό κράτος σαν όργανο των μονοπωλίων και απόλυτα υποταγμένο σ’αυτά θα πάρει και παίρνει πάντα μέτρα για την ενίσχυσή τους και την αύξηση των κερδών τους και ενάντια στην εργατική τάξη.

Το ότι από την εφαρμογή του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος της «πραγματικής αλλαγής» του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ δεν πρόκειται να θιχτεί καθόλου ο ελληνικός καπιταλισμός και να προκύψει τίποτε το καλό για την εργατική τάξη το δείχνει ξεκάθαρα η περίπτωση της σημερινής Γαλλίας, που στην αστική κυβέρνησή της συμμετέχει το ρεβιζιονιστικά "Κ"Κ Γαλλίας. Η κρίση στη Γαλλία βαθαίνει συνεχώς, η ανεργία αυξάνεται καθημερινά, το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου πέφτει διαρκώς, τα κέρδη των γαλλικών μονοπωλίων αυξάνονται, και φυσικά δεν άνοιξε και ούτε πρόκειται να «ανοίξει» ο δρόμος στο σοσιαλισμό. Η Κυβέρνηση Μιττεράν- Μαρσαί είναι όργανο των γαλλικών μονοπωλίων, όργανο του γαλλικού ιμπεριαλισμού και καταπιεστής και εκμεταλλευτής του γαλλικού προλεταριάτου. Για την ανεργία στη Γαλλία στο «Ριζοσπάστη» σε μια μικροσκοπική είδηση και με τίτλο «πάνω από 2 εκατομμύρια άνεργοι στη Γαλλία» διαβάζουμε: «σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουγείου Εργασίας της Γαλλίας, ο αριθμός των ανέργων στη χώρα έφτασε το Σεπτέμβρη τα 2.099.200 άτομα. O αριθμός αυτός αποτελεί αύξηση κατά 8 % σε σχέση με τον Αύγουστο του 1982 και κατά 9,8 % σε σχέση με τον Σεπτέμβρη του 1981» ("Ρ" 19.10.1982). Οι άνεργοι στη Γαλλία είναι φυσικά πολλοί περισσότεροι απ’αυτούς που ανακοινώνει το Υπουργείο Εργασίας της Γαλλίας γιατί είναι γνωστό ότι στα στοιχεία που δίνει στη δημοσιότητα η αστική στατιστική δεν εμφανίζονται όλοι οι άνεργοι ώστε να φαίνεται σκόπιμα το ποσοστό της ανεργίας μικρότερο.

Το πρόγραμμα της λεγόμενης «πραγματικής αλλαγής» του ρεβιζιονιστικού "Κ"ΚΕ είναι ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, επέκτασης, ενίσχυσης και διατήρησης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, είναι ένα πρόγραμμα για τη σωτηρία του ελληνικού καπιταλισμού στη σημερινή περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η προπαγάνδα των ρεβιζιονιστών ηγετών του "Κ"ΚΕ για δήθεν «πραγματική αλλαγή» έχει σα σκοπό να δικαιολογήσει και να παρουσιάσει τη συμμετοχή τους στην αστική κυβέρνηση σαν σύμφωνη με τις επαναστατικές Αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για ολοκληρωτική προδοσία των επαναστατικών αρχών και των συμφερόντων της εργατικής τάξης και γίνεται για να διαχειριστούν τις υποθέσεις της αστικής τάξης να υπερασπιστούν τα συμφέροντά της και να διαιωνίσουν τον καπιταλισμό. Ακόμα έχει σα σκοπό να εξαπατήσει την εργατική τάξη για να εξυπηρετηθούν καλύτερα τα συμφέροντα των καπιταλιστών.

Η νέα θέση και απόφαση του "Κ"ΚΕ για συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση, που επικυρώθηκε από το 11ο συνέδριο, δείχνει ότι αυτό μπήκε ανοιχτά και ολοκληρωτικά πλέον στην υπηρεσία του ελληνικού κεφαλαίου.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 12, 2011

Ο Μαρξισμός - Λενινισμός σχετικά με τη θέση και τον ρόλο των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό

 

Ρ. Σ. Τιράνων 25 Σεπτέμβρη 1983

Από την εφημερίδα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», ΟΡΓΑΝΟ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΜΑΡΞΙΣΤΩΝ-ΛΕΝΙΝΙΣΤΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ(ΟΚΜΛΕ), Χρόνος 2ος Αρ.φύλλου 10 Οχτώβρης 1983

Το ζήτημα σχετικά με την ύπαρξη, τη θέση και το ρόλο των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλι­σμό αποτελεί ένα μεγάλο αρχειακό ζήτημα. Η αποδοχή της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, παράλληλα με την ύπαρξη των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων, ο προσδιορισμός της θέσης και του ρόλου τους διαχωρίζει ρ ι ζι κ ά τη μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη του σοσιαλισμού από τις διάφο­ρες ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις του σοσιαλισμού, και συγκεκριμένα εκείνες των μαοϊκών και των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών.

Η ρεβιζιονιστική αντίληψη του Μάο Τσε Τουνγκ συνίσταται στο ότι συνδέει την ύπαρξη των ανταγωνι­στικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό με την ύπαρξη των ανταγωνιστικών τάξεων δηλ. με την ύπαρξη της αστι­κής τάξης σαν τάξης και του προλεταριάτου και μετά την περάτωση της οικοδόμησης της οικονομικής βά­σης του σοσιαλισμού. Την αντιμαρξιστική αυτή αντίληψη του Μάο Τσε Τουνγκ υποστηρίζουν στη χώρα μας οι διάφορες μαοϊκές ρεβιζιονιστικές ομάδες [ΚΚΕ, Μ -Λ ΚΚΕ(ανασυγκροτημένο), ΕΚΚΕ-Μ-ΛΚΚΕ, ΚΚΕΜ-Λ(Αριστερή Πολιτική), ΚΚΕ(Μ-Λ) (Προλεταριακή Σημαία)].

Οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές, όπως είναι γνωστό, αρνούνται την ύπαρξη ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, μετά την εξάλειψη των εκμεταλλευτριών τάξεων, μετά την περάτωση της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού. Την αντιμαρξιστική αύτη αντίληψη, οι χρουτσωφικοί την χρειάζονται για να αρνηθούν την ταξική πάλη στο σοσιαλισμό, να «επικυρώσουν την ρεβιζιονιστική αντεπανάσταση» και να συγκαλύψουν την «σημερινή πραγματικότητα των ρεβιζιονιστικών χωρών, όπου υπάρχει και αναπτύσσε­ται σκληρή η πάλη των τάξεων μεταξύ του προλεταριάτου και της νέας αστικής τάξης που κυριαρχεί στις χώρες αυτές». Την παραπάνω αντιμαρξιστική αντίληψη των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών της άρνησης της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό υποστηρίζουν στη χώρα μας τα ρεβιζιονιστικά κόμματα "Κ"ΚΕ και "Κ"ΚΕ εσ.

Την ί δ ι α α κ ρ ι β ώ ς αντιμαρξιστική ρεβιζιονιστική αντίληψη των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών υ­ποστηρίζει και η. ρεβιζιονιστική μικροαστική οπορτουνιστική καθοδήγηση της ΣΑΚΕ στη μπροσούρα της "ο μαοϊσμός αντεπαναστατική θεωρία και πράξη" που θεωρεί την αποδοχή της ύπαρξης ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό μαοϊκή αντίληψη καθώς και στο άρθρο «υπάρχουν ή όχι ανταγωνιστικές αντιθέ­σεις στο σοσιαλισμό,» ("Οχτώβρης", Σεπτέμβρης 1981), στα οποία, πέρα από τις άλλες διαστρεβλώσεις και συγχύσεις που περιέχονται σε αυτά και δεν μας αφορούν εδώ, διατυπώνεται καθαρά η ρεβιζιονιστική θέση σύμφωνα με την οποία «η σοσιαλιστική κοινωνία ... δεν έχει ανταγωνιστικές αντιθέσεις», που είναι ατόφια η θέση των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών.

Δημοσιεύουμε παρακάτω άρθρο του Ρ.Σ. Τιράνων με τίτλο «Ο μαρξισμός - λενινισμός σχετικά με τη θέση και το ρόλο των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στη σοσιαλιστική κοινωνία», όπου το ΚΕΑ στηριγμένο στη δι­δασκαλία των Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν - Στάλιν φωτίζει και λύνει το πρόβλημα της ύπαρξης, της θέσης και του ρόλου των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, ανασκευάζει τις αντιμαρξιστικές αντιλήψεις των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών και του Μάο Τσε Τουνγκ και διατυπώνει τη μαρξιστική θέση ότι «ο σοσι­αλισμός, τις αντιθέσεις αυτές, τις έχει κληρονομημένες και είναι συνέπεια των επιβιώσεων της παλιάς κοι­νωνίας, που διαφυλάσσονται στο σοσιαλισμό, και της εξωτερικής πίεσης του καπιταλιστικό ρεβιζιονιστικού κόσμου».

---

Οι κλασσικοί του Μαρξισμού-Λενινισμού, αναλύοντας την ιστορία της εξέλιξης της ανθρώπινης κοινωνίας, υπογράμμιζαν, ότι αυτή είναι αποτέλεσμα που προκύπτει από την σύμπραξη των αναρίθμητων δυνάμεων, οι οποίες συγκρούονται η μια με την άλλη, επειδή έχουν διαφορετικούς σκοπούς και επιθυμίες.

Αυτοί ανακάλυψαν και επιχειρηματολόγησαν το ότι, είναι ή όχι τα συμφέροντα των ανθρώπων, των τάξεων, και των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων, σε αντίθεση μεταξύ τους, αυτό δεν εξαρτάται από την επιθυμία τους, αλλά καθορίζεται από πιο βαθιούς παράγοντες. από αντικειμενικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων την κύρια και αποφασιστική θέση , την καταλαμβάνει ο χαραχτήρας των σχέσεων που έχουν οι άνθρωποι με τα μέσα παραγωγής.

Έτσι στις συνθήκες της ατομικής ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής, κατά απαραίτητο τρόπο, τα συμφέροντα, προπαντός εκείνα τα βασικό των τάξεων και των διαφόρων κοινωνικών δυνάμεων έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τους γιατί η ατομική ιδιοκτησία χωρίζει τους ανθρώπους και τις τάξεις, αντιπαραθέτει τα συμφέροντα και τους σκοπούς τους.

Γι αυτό οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις, βρίσκονται σε όλες τις κοινωνίες , που οικοδομούνται πάνω στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας, χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες αυτές, είναι τυπικές για αυτές.

Ενώ στο σοσιαλισμό, με την εξάλειψη της ατομικής ιδιοκτησίας και με την καθιέρωση των σοσιαλιστικών σχέσεων στην παραγωγή, γίνεται ένας μεγάλος ποιοτικός μετασχηματισμός, εξαλείφονται και οι ίδιες οι εκμεταλλεύτριες τάξεις σαν τάξη.

Στις νέες αυτές συνθήκες, μπαίνουν σειρά σημαντικών αρχιακών προβλημάτων που σχετίζονται με την θέση που κατέχουν οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην σοσιαλιστική κοινωνία, με τους τομείς και τις κατευθύνσεις της έκφρασης τους, και με το ρόλο που παίζουν στο προτσές ανάπτυξης της κοινωνίας αυτής.

Η επιχειρηματολόγηση της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό , παράλληλα με τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις, διακρίνει ριζικά (υπογρ. δική μας) την Μαρξιστική-Λενινιστική στάση, από τις διαστρεβλώσεις και τις διάφορες ρεβιζιονιστικές κιβδηλότητες, που, ή έχουν αρνηθεί ανοιχτά την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, ή έχουν θεωρητικολογήσει, έχουν ερμηνεύσει και έχουν φιλοσοφήσει πολλά για να βγουν στο ίδιο συμπέρασμα.

Οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές έχουν ισχυριστεί, ότι μόνο στην περίοδο της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού, υπάρχουν ακόμα ανταγωνιστικές αντιθέσεις, ενώ ύστερα από την περίοδο αυτή , δεν υπάρχουν αντιθέσεις αυτού του τύπου, ιδέα που διέπει όλες τις χρουτσωφικές αναλύσεις του προβλήματος των αντιθέσεων στο σοσιαλισμό .Το μόνο επιχείρημα που έχει δοθεί και δίνεται από τους χρουτσωφικούς ρεβιζιονιστές για να δείξουν ότι στην σοσιαλιστική κοινωνία δεν υπάρχουν ανταγωνιστικές αντιθέσεις, είναι η εξάλειψη των ανταγωνιστικών τάξεων.

Με την άρνηση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, οι χρουτσωφικοί ρεβιζιονιστές, είχαν και έχουν καθορισμένους σκοπούς. Και κατά πρώτο λόγο, αυτό το φέρνουν σαν βασικό επιχείρημα, για να αρνηθούν την πάλη των τάξεων στο σοσιαλισμό και για να συγκαλύψουν την αληθινή πραγματικότητα των ρεβιζιονιστικών χωρών όπου υπάρχει και αναπτύσσεται σκληρή η πάλη των τάξεων μεταξύ του προλεταριάτου και της νέας αστικής τάξης που κυριαρχεί στις χώρες αυτές.

Άλλα ρεβιζιονιστικά ρεύματα, συνδέουν την ύπαρξη των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, με την ύπαρξη της αστικής τάξης σαν τάξη, και ύστερα από τους σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς στον τομέα της κυριότητας. Ο Μάο Τσέ Τούνγκ ισχυρίζονταν, ότι για πρώτη φορά στην ιστορία της ανάπτυξης τού Μαρξισμού-Λενινισμού είχε δήθεν ανακαλύψει, ότι αντιθέσεις, τάξεις και πάλη των τάξεων θα υπάρχουν ακόμα και ύστερα από την πλήρη περάτωση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κυριότητας επί των μέσων παραγωγής, γιατί υπάρχουν αντίθετες τάξεις η αστική τάξη και το προλεταριάτο. Όλη αυτή η οπορτουνιστική δικαιολογία στηρίζεται πάνω στη θέση, ότι και ύστερα από την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού εξακολουθούν να υπάρχουν αντίθετες τάξεις, ότι ύστερα από την περάτωση της οικοδόμησης της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού εξακολουθούν να υπάρχουν αντίθετες τάξεις.

Ότι ύστερα από την περάτωση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού , θα υπάρχουν ακόμα τάξεις, αυτό είναι μια θέση που έχει διατυπωθεί από τους κλασσικούς του Μαρξισμού-Λενινισμού.

Για την Μαρξιστική-Λενινιστική θεωρία όμως, η εργατική τάξη και η συνεταιρισμένη αγροτιά , είναι δυο φίλες τάξεις απαλλαγμένες από την καταπίεση και την εκμετάλλευση. Ο Στάλιν έγραφε στα 1936, ότι με την καθιέρωση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και των σοσιαλιστικών σχέσεων στην παραγωγή, αλλάζει ριζικά η παλιά ταξική σύνθεση της κοινωνίας, εξαλείφονται οι εκμεταλλεύτριες τάξεις και η κοινωνία αποτελείται πια τώρα από δύο φίλες τάξεις την εργατική τάξη και την συνεταιρισμένη αγροτιά, καθώς και από την λαϊκή διανόηση σαν ιδιαίτερο στρώμα της κοινωνίας.

Σημαντικό είναι όχι μόνο η παραδοχή της ύπαρξης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό, αλλά και ο καθορισμός της σφαίρας επέκτασης, οι τομείς και οι κατευθύνσεις της έκφρασής τους , πρόβλημα αυτό, η διευκρίνηση του οποίου βοηθά στη πιο βαθειά κατανόηση των συγκεκριμένων κινητήριων δυνάμεων της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Όπως είναι γνωστό , οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις στο σοσιαλισμό έχουν μια πλατιά και μεγάλη επέκταση. Αυτές, όπως υπογραμμίζει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, υπάρχουν σε ένα μεγάλο φάσμα, σε μορφές από τις πιο διάφορες, σε διάφορες χώρες και καιρούς. Οι μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις γεννιούνται στις σχέσεις μεταξύ δυο φίλων τάξεων, της εργατικής τάξης και της συνεταιρισμένης αγροτιάς, στους κόλπους της κάθε μιας από τις τάξεις αυτές και σε διάφορες ομάδες και στρώματα της κοινωνίας, καθώς και ανάμεσα σε διάφορες πλευρές του σοσιαλιστικού μας συστήματος.

Στην άποψη αυτή, ποσοτική πως να πούμε , οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις δεν έχουν εκείνη την επέκταση και ποικιλία που χαρακτηρίζουν τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις. Απ' εδώ όμως, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, ότι οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις έχουν περιορισμένη την σφαίρα επέκτασης και τις κατευθύνσεις της έκφρασής τους.

Βλέποντας τις ανταγωνιστικές καθώς και τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις στην πλατιά τους επέκταση, σε όλους τους κυριότερους τομείς, ο Μαρξισμός Λενινισμός μας διδάσκει , ότι αυτές δεν είναι μόνιμες, όπως διακηρύσσουν οι κινέζοι ρεβιζιονιστές, αλλά πρέπει και μπορεί να ξεπεραστούν, να λυθούν και κατ’ αυτόν τον τρόπο η κοινωνία βαδίζει μπροστά.

Μόνο με την εξάλειψη των τάξεων στον κομμουνισμό και με τον πλήρη θρίαμβο του, δεν θα υπάρχουν πια αντιθέσεις ταξικού χαραχτήρα.

Η ορθή και επιστημονική κατανόηση και εξήγηση της θέσης των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στη σοσιαλιστική κοινωνία συνδέονται στενά με το άλλο σημαντικό πρόβλημα, με το πρόβλημα του ρόλου τους.

Οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις δεν μπορούν να τεθούν στην ίδια μοίρα με τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις, όταν πρόκειται για τον συσχετισμό τους με τον σοσιαλισμό σαν σύστημα.

Η σοσιαλιστική κοινωνία, όπου έχει εξαλειφθεί η ατομική ιδιοκτησία και οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, δεν εμπεριέχει στην φύση της τον ανταγωνισμό των βασικών συμφερόντων των τάξεων, και υπό την έννοια αυτή, ο Λένιν υπογράμμιζε, ότι στο σοσιαλισμό εξαλείφεται ο ανταγωνισμός.

Οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις δεν είναι της φύσης του σοσιαλισμού. Αυτός δεν εμπεριέχει στη φύση του παράγοντες που να γεννούν αντιθέσεις αυτού του τύπου. Αυτές δεν απορρέουν από την ουσία των σοσιαλιστικών σχέσεων στην παραγωγή που είναι σχέσεις συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ των φίλων τάξεων, της εργατικής τάξης και της συνεταιρισμένης αγροτιάς. Από τον ίδιο τον χαραχτήρα τους, οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις είναι ξένες για τον σοσιαλισμό.

O σοσιαλισμός, τις αντιθέσεις αυτές , τις έχει κληρονομημένες και είναι συνέπεια των επιβιώσεων της παλιάς κοινωνίας, που διαφυλάσσονται στο σοσιαλισμό, και της εξωτερικής πίεσης του καπιταλιστικό-ρεβιζιονιστικού κόσμου.

Έτσι, υπογραμμίζοντας κατά συνθετικό τρόπο την θέση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων στο σοσιαλισμό , ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια τονίζει: να έχουμε πάντα υπόψη ότι εμείς είμαστε στη μεταβατική περίοδο από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό. Αυτό σημαίνει ότι στη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός είναι σε ασυμβίβαστη πάλη. Η πάλη αυτή συνεχίζεται σε όλη τη μεταβατική περίοδο που είναι άγνωστο πόσο θα συνεχιστεί, αλλά που θα συνεχιστεί ακόμα επί μακρά περίοδο. Κανένας δεν πρέπει να νομίζει ότι την πάλη αυτή εμείς την κερδίσαμε μια για πάντα. Η βασική ανταγωνιστική αντίθεση ανάμεσα στο σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό, σε διάφορες φάσεις της ανάπτυξης της επανάστασης και της διεξαγωγής της πάλης των τάξεων, έχει τις αντίστοιχες μορφές έκφρασης και λύνεται με αντίστοιχους τρόπους. Μεταξύ διαφόρων μορφών έκφρασης της αντίθεσης μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού, σε αντίστοιχους τομείς υπάρχει μια εσωτερική οργανική σύνδεση και σειρά, που είναι αντανάκλαση της νομοτέλειας της ανάπτυξης της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, και θα πρέπει να λαμβάνεται χωρίς άλλο υπόψη στο γνώρισμα της συγκεκριμένης βασικής αντίθεσης στο ένα και στο άλλο στάδιο.

Έτσι η ίδια η νομοτέλεια της πραγματοποίησης της επανάστασης , βάζει αρχικά σαν βασική αντίθεση, την αντίθεση στον πολιτικό τομέα, χωρίς την επίλυση της οποίας δεν μπορεί να συνεχιστεί η επίλυση των άλλων αντιθέσεων. Ενώ ύστερα από την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη, κάτω από την καθοδήγηση του κόμματος της, είναι απαραίτητο η νέα εξουσία να στηριχτεί στην νέα οικονομική της βάση και για αυτό σαν βασική αντίθεση της φάσης αυτής είναι η αντίθεση στον ιδεολογικό τομέα.

Με την επίλυση της κάθε μιας από τις βασικές αυτές αντιθέσεις των δοσμένων φάσεων , γίνεται η σταδιακή επίλυση της ίδιας της βασικής ανταγωνιστικής αντίθεσης μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού.

Οι βασικές αντιθέσεις των διαφόρων φάσεων έχουν όχι μόνο την οργανική τους σειρά αλλά και μια αλληλεξάρτηση , γιατί μέχρις ότου δεν έχει λυθεί η βασική αντίθεση και στον ιδεολογικό τομέα, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα και τελικά λυμένη η βασική αντίθεση, τόσο στον πολιτικό όσο και στον οικονομικό τομέα.

Μόνο εννοώντας τις βασικές αντιθέσεις στις συγκεκριμένες μορφές της έκφρασής τους και σε αμοιβαία σύνδεση και εξάρτηση, μπορεί να καθοριστούν τα καθήκοντα που ανήκουν σε κάθε στάδιο της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης , ο κυριότερος εχθρός ενάντια στον οποίο πρέπει να στραφεί η κυριότερη αιχμή της πάλης, οι κινητήριες δυνάμεις και οι σύμμαχοι στο προτσές αυτό.