Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρ.Σ. Τιράνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρ.Σ. Τιράνων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 18, 2017

ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΦΓΑΝΩΝ ΠΑΤΡΙΩΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΑ ΣΟΒΙΕΤΙΚΑ ΚΑΤΑΧΤΗΤΙΚΑ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΑ

Ρ.Σ. ΤΙΡΑΝΩΝ (2.8.86) - Τις τελευταίες μέρες, οι αφγανικές πατριωτικές δυνάμεις χτύπησαν θέσεις του εχθρού ανατολικά της πόλης Χιράτ με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 11 σοβιετικοί στρατιώτες και μισθοφόροι και να αιχμαλωτισθούν 20.

Στη διάρκεια μιας άλλης επίθεσης ενάντια σε σοβιετική μονάδα τεθωρακισμένων δυτικά αυτής της πόλης οι πατριώτες εξόντωσαν 24 σοβιετικούς τανκίστες και κατέστρεψαν 8 τάνκς. Ανακοινώθηκε επίσης, ότι οι μαχητές της αφγανικής αντίστασης χτύπησαν προ ημερών την έδρα του αφγανικού Κεντρικού Πρακτορείου Πληροφοριών στην Καμπούλ, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν 29 πράχτορες, να τραυματιστούν 8 άλλοι και να προξενηθούν σοβαρές ζημιές στα κτίριο.

Σαν αντίποινα για τις βαριές απώλειες που είχαν τελευταία οι σοβιετικοί καταχτητές ανέλαβαν τρομοκρατική επιχείρηση στις περιοχές που δρουν οι απελευθερωτικές δυνάμεις. Μπήκαν στο Σουλατάν, περιοχή περί τα 100 χιλιόμετρα Βόρειο-Ανατολικά της πόλης Τζελαλαμπάτ, και σφάγιασαν βάρβαρα περίπου 150 χωρικούς και τραυμάτισαν πολλούς άλλους. Εκαντοντάδες οικογένειες αναγκάστηκαν να φύγουν από τα χωριά αυτά για να γλυτώσουν από το εγκληματικό χέρι των καταχτητών.

Εφημερίδα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Αύγουστους 1986, σελ. 7

Κυριακή, Οκτωβρίου 09, 2016

Ένα ιστορικό γεγονός του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς

ΖΟΑΟ ΑΜΑΖΟΝΑΣ

Ρ. Σ. Τιράνων 9.2. 1986

Το περιοδικό "Ρούγκα ε Παρτίς", όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας δημοσίευσε στο τελευταίο του τεύχος το άρθρο με τίτλο "Ένα ιστορικό γεγονός του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς" γραμμένο από τον Πρώτο Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας σύντροφο Ζοάο Αμαζόνα, με την ευκαιρία των 50χρονων του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Πριντσίπιος", όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος Βραζιλίας,

Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Τιράνων μετέδωσε περίληψη του άρθρου αυτού που αναδημοσιεύεται παρακάτω.

ΟΙ αποφάσεις που πάρθηκαν στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναφέρεται μεταξύ άλλων στο άρθρο, οδήγησαν στην ιστορική Νίκη του προλεταριάτου επί των συγκεντρωμένων δυνάμεων της αντίδρασης που έχασαν την ελπίδα, εξασφάλισαν πολύτιμες επιτυχίες στο Διεθνές Εργατικό Κίνημα, που είχε σαν κύριο φρούριο τη Σοβιετική Ένωση του Λένιν και του Στάλιν.
Παρ’ όλο που η σημερινή κατάσταση διαφέρει από την κατάσταση όταν συνήλθε το Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, οι βασικές θέσεις της Έκθεσης του Δημητρώφ, που αποτελούν ποιοτικό βήμα στην έννοια του τρόπου εργασίας για τη νίκη του σοσιαλισμού, αξίζουν τη μεγαλύτερη προσοχή των μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων που ασχολούνται με το δύσκολο καθήκον της ένωσης και της δραστηριοποίησης της εργατικής τάξης και των πλατιών μαζών σε κινητοποιήσεις ενάντια στην όλο και πιο άγρια καταπίεση, εκμετάλλευση και καταλήστευση εκ μέρους του ιμπεριαλισμού και των αντιδραστικών καθεστώτων.
Οι ρεβιζιονιστές, οι μαοϊκοί, οι τιτικοί, οι ευρωκομμουνιστές και οι θεωρητικοί της “αριστεράς” εκφράζουν μη σοβαρές έννοιες όσο αφορά το βασικό ντουκομέντο του συνεδρίου, το απορρίπτουν ξεκινώντας από τις θέσεις της δεξιάς ή "αριστεράς”, το ερμηνεύουν από ψεύτικη άποψη. Όλοι αυτοί υποστηρίζουν οπορτουνιστικές θέσεις που είναι μακριά από το πνεύμα του μαρξισμού - λενινισμού.
Τονίζοντας τη βαθιά ανάλυση που έκανε στο Συνέδριο ο Δημητρώφ στις δυνάμεις σε παγκόσμια κλίμακα ο σύντροφος Ζοάο Αμαζόνας στο άρθρο του τονίζει, ότι ο Δημητρώφ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το πρόβλημα κλειδί για την αντιμετώπιση του φασισμού και για τη συντριβή του ήταν η ενότητα της εργατικής τάξης και μια ορθή πολιτική του Ενωμένου Μετώπου.
Από την ίδρυσή της η Κομμουνιστική Διεθνής αγωνίζονταν για την ενότητα αυτή σαν βασικός όρος για την εκπλήρωση των επαναστατικών καθηκόντων. Μπροστά όμως στη φασιστική απειλή, της ανόδου του εργατικού κινήματος, χρειάζονταν η αναδιατύπωση πολλών ταχτικών ζητημάτων αναλύοντάς τα κατά νέο τρόπο σε σχέση με το Ενωμένο Μέτωπο με τη σοσιαλδημοκρατία, με τα ρεφορμιστικά συνδικάτα και με μερικές άλλες μαζικές οργανώσεις, Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γίνει, τόνιζε ο Δημητρώφ, είναι η δημιουργία του Ενωμένου Μετώπου, η ύπαρξη ενότητας δράσης των εργατών σε κάθε επιχείρηση, σε κάθε τομέα, σε κάθε περιοχή, σε κάθε χώρα, σ’ όλο τον κόσμο ανεξάρτητα από το κόμμα ή τις οργανώσεις που συμμετέχουν.
Σημαντικό μέρος της δράσης του προλεταριάτου, αναφέρεται στο άρθρο του περιοδικού ’’Πριντσίπιος”, κατείχε ο αγώνας προς υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών που συγχωνεύονταν στον ίδιο τον αγώνα ενάντια στο φασισμό. Το Συνέδριο επέσυρε την προσοχή σχετικά με το πρόβλημα αυτό που ήταν στο κέντρο της προσοχής εκατομμυρίων ανθρώπων όλων των τάξεων και από των πιο διαφόρων πολιτικών τάσεων. Σε κάποιο βαθμό ο αγώνας αυτός χρησίμευε σαν σημείο αναφοράς για τον καθορισμό των στρατοπέδων των συμμαχικών δυνάμεων και των εχθρικών δυνάμεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δε δικαιολογούνταν το θέσιμο στην ίδια μοίρα μεταξύ των καθεστώτων που σέβονταν κάπως τις ελευθερίες και εκείνων που τις χτυπούσαν και τις σύντριβαν. Τη στιγμή αυτή, το ζήτημα δεν ήταν να διάλεγαν μεταξύ της αστικής δημοκρατίας και της προλεταριακής δημοκρατίας, αλλά μεταξύ της λευτεριάς και της αντεπαναστατικής τυρανίας. Οι προλετάριοι και οι μάζες ήταν ολότελα ενδιαφερόμενες να διατηρούνταν η δημοκρατία, αν και περιορισμένη, για να εξασφαλίζονταν ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα.
Αφού αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση όπου διεξήγαγε τις εργασίες το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το άρθρο τονίζει, ότι εμμένοντας αποφασιστικά στη στρατηγική του επαναστατικού κινήματος, χωρίς να απομακρυνθεί από τις βασικές αρχές της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας ο Δημητρώφ ανάπτυξε πλατιά και ελαστική ταχτική σύμφωνα με την κατάσταση της εποχής. Σχετικά με το ζήτημα της εξουσίας τόνιζε, ότι οι κομμουνιστές συνεχίζοντας να είναι ασυμβίβαστοι εχθροί της κάθε αστικής κυβέρνησης δε θα δίσταζαν, μπροστά στον αυξανόμενο φασιστικό κίνδυνο, να υποστήριζαν μια κυβέρνηση του Ενωμένου Μετώπου που θα έκανε πραγματικότητα το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου. Ο Δημητρώφ τόνιζε το ζήτημα της ενίσχυσης των κομμουνιστικών κομμάτων που έπρεπε να αυξάνονταν όχι κατά περιορισμένο τρόπο, αλλά σαν αναγκαιότητα για να υπήρχε ένα μεγάλο κόμμα για την εκπλήρωση των καθηκόντων του Ενωμένου Μετώπου εναντία στο φασισμό και την επίθεση του κεφαλαίου.
Παράλληλα με την κοινή δράση με τη σοσιαλδημοκρατία, τα κόμματα έπρεπε να διεξάγουν μια ασυμβίβαστη πάλη ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία σαν ιδεολογία και πράξη συμβιβασμού με την αστική τάξη και ενάντια σε κάθε διείσδυση της ιδεολογίας αυτής στις κομμουνιστικές γραμμές.
Το 7ο Συνέδριο επέκρινε σκληρά τις στάσεις αυτές που ο Δημητρώφ τις χαραχτήρισε όχι πια σαν παιδική αρρώστια αλλά σαν “ριζωμένο ελάττωμα” που πρέπει να ξεριζωθεί στις κομμουνιστικές γραμμές. Η απόφαση του Συνεδρίου τις χαραχτήριζε σαν “σεχταρισμό αυταρέσκειας”, σαν “σεχταρισμό που ικανοποιείται με το στενό θεωρητικό του πνεύμα, με την απομόνωσή του από την πραγματική ζωή των μαζών, με τις απλοποιημένες μέθοδές του”.
Η Έκθεση του Δημητρώφ και η απόφαση του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, αναφέρει σε συνέχεια το άρθρο του περιοδικού ’’Πριντσίπιος”, όχι μόνο καθόρισαν σωστά τα βασικά καθήκοντα της στιγμής εκείνης, αλλά προσέφεραν και πολύτιμη συμβολή για την αφομοίωση του Λενινισμού, σχεδίασαν με μεγάλη δύναμη τις πραγματικές και σωτήριες ιδέες του Βλαδιμίρ Ίλιτς Λένιν σχετικά με τη δράση των κομμουνιστών έχοντας σαν σκοπό το ξεπέρασμα των αναπόφευχτων εμποδίων του ταξικού αγώνα στην πορεία προς την επανάσταση και για να φτάσουν στο σοσιαλισμό.
Κατά το θέσιμο στη ζωή της πολιτικής που παρουσιάστηκε στην Έκθεση του Δημητρώφ και σαν αποτέλεσμα της επιτυχίας που σημειώθηκε στον αγώνα, τα κομμουνιστικά κόμματα μεγάλωσαν πολύ και μετατράπηκαν σε ισχυρό πολιτικό όπλο της εργατικής τάξης, τη στιγμή που η σοσιαλδημοκρατία, κυρίως η δεξιά πτέρυγά της, ήταν σε πτώση. Το συνδικαλιστικό κίνημα ενισχύθηκε σε διεθνή κλίμακα. Δημιουργήθηκαν ισχυρά συνδικαλιστικά κέντρα κάτω από την άμεση επίδραση των κομμουνιστών. Οι ιδέες του σοσιαλισμού απόχτησαν δύναμη και γόητρο.
Σε συνέχεια, αφού μιλάει για τα αποτελέσματα του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, για τη νίκη των λαών επί του φασισμού και την μετατροπή των κομμουνιστικών κομμάτων σε ισχυρό όπλο της εργατικής τάξης, το άρθρο του περιοδικού ’’Πριντσίπιος” αναφέρεται στα ζίκ-ζάκ του διεθνούς εργατικού κινήματος και τη διάδοση του οπορτουνισμού ύστερα από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έντεκα χρόνια ύστερα από τις επιτυχίες που σημειώθηκαν επί της αντίδρασης και του ιμπεριαλισμού στα τέλη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, το εργατικό και επαναστατικό κίνημα μπήκε σε μια δύσκολη φάση. Ο ρεβιζιονισμός της δεξιάς, η ιδεολογική βάση του οποίου είναι η υπεράσπιση του καπιταλισμού και η εγκατάλειψη της ιδέας της επανάστασης και του σοσιαλιστικού δρόμου κέρδισε στη Σοβιετική Ένωση. Διαδόθηκε στον κόσμο θίγοντας σχεδόν όλα τα παλιά κομμουνιστικά κόμματα, που μετατράπηκαν σε οργανώσεις σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Το προλεταριάτο έχασε σειρά μεγάλων σημαντικών επιτυχιών μεταξύ των οποίων το φρούριο της προλεταριακής επανάστασης, τη Σοβιετική Ένωση. Σε σημαντικό μέρος η επαναστατική προοπτική εξαφανίστηκε από τον πολιτικό ορίζοντα των μεγάλων μαζών του πληθυσμού του κόσμου
Αφού τονίζει την ατμόσφαιρα αποθάρρυνσης και έλλειψης ελπίδας που δημιούργησε η σοβαρή ήττα του εργατικού επαναστατικού κινήματος, πράγμα που είχε σαν συνέπεια τον ιδεολογικό αποπροσανατολισμό, ο σύντροφος Ζοάο Αμαζόνας στο άρθρο του ξεσκεπάζει το σύγχρονο ρεβιζιονισμό που αποδίδει τα λεγόμενα “σφάλματα αριστεράς” της Κομμουνιστικής Διεθνούς στη στάση της έναντι της σοσιαλδημοκρατίας. Στην πραχτική και τη θεωρία, τονίζει, οι ρεβιζιονιστές απέρριψαν την πολιτική της πάλης των τάξεων που αποτελεί τη βάση του ιστορικού υλισμού και πέρασαν στο στρατόπεδο της σοσιαλδημοκρατίας, της ταξικής συνεργασίας του προλεταριάτου με την αστική τάξη, δέχτηκαν το λεγόμενο “ειρηνικό δρόμο” της επανάστασης.
Κατ’ αναντίρρητο τρόπο σε μερικές περιπτώσεις είναι παραδεχτό το Ενωμένο Μέτωπο με τους πιο προωθημένους τομείς της σοσιαλδημοκρατίας όπως πρότεινε το 7ο Συνέδριο. Η προσωρινή όμως αυτή συμμαχία δε μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη συμμαχία και ούτε να επισκιαστεί η ιδεολογική πάλη που είναι η μόνιμη ενάντια στο σοσιαλδημοκρατισμό.
Από την άλλη οι θεωρητικοί της “αριστεράς” επιτίθενται ενάντια στο 7ο Συνέδριο παίρνοντας σα βάση την ερμηνεία που έδωσαν οι ρεβιζιονιστές της δεξιάς. Ανίκανοι να εννοήσουν το πραγματικό περιεχόμενο του συνεδρίου αυτού, χαραχτηρίζουν τα κύρια αποτελέσματά του σαν “δεξιά”. Οι κριτικές τους είναι γελοίες. Σαν “επιχείρημα” τονίζουν ότι στην Έκθεση του Δημητρώφ δεν αναφέρεται τίποτα για την επαναστατική ανατροπή του καθεστώτος. Φαίνεται καθαρά, ότι οι άνθρωποι αυτοί δε γνωρίζουν καθόλου τις λενινιστικές θέσεις που ανάλυσε ο Γενικός Γραμματέας της Κομμουνιστικής Διεθνούς σχετικά με το σημαντικό ζήτημα των μορφών της ανάπτυξης της επανάστασης, της μεταβατικής μορφής ή της προσέγγισης της προλεταριακής επανάστασης.
Αφού καταδικάζει τις ψεύτικες μέθοδες που χρησιμοποιούν οι ρεβιζιονιστές της δεξιάς ή της “αριστεράς” στον καθορισμό των καθηκόντων και αφού τονίζει την αναγκαιότητα για το γνώρισμα της κατάστασης το άρθρο του ’’Πριντσίπιος” τονίζει, ότι εάν δεν ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που παρατηρούνται στον αντιφατικό δρόμο της ιστορικής ανάπτυξης από όπου απορρέουν τα καθήκοντα του επαναστατικού κινήματος γίνονται πολλά σφάλματα. Μια ορθή θέση εφαρμοσμένη στη ζωή κατά μηχανικό τρόπο, υποτιμώντας τις αλλαγές που είχε η κατάσταση, εκφυλίζεται γενικά σε δόγμα. Η πραγματικότητα είναι, ότι η πολίτικο - κοινωνική κατάσταση αλλάζει συνεχώς λόγω του ταξικού αγώνα και της διαδικασίας της αντιφατικής ανάπτυξης του καπιταλισμού. Δικαιολογημένα ο Δημητρώφ τόνιζε, ότι ”δε θα είμαστε πραγματικοί μαρξιστές - λενινιστές, αντάξιοι μαθητές των Μαρξ - Ενγκελς - Λένιν και Στάλιν εάν δεν α λ λ ά ζ α μ ε κατά κατάλληλο τρόπο την πολιτική και την ταχτική μας σύμφωνα με την κατάσταση που αλλάζει και την πρόοδο που σημειώνεται στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα”.
Οι δεξιοί οπορτουνιστές αναθεωρούν το μαρξισμό - λενινισμό, αναθεώρηση που οδηγεί σε αστικές αντιλήψεις υπό τη μορφή της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας. Οι αριστεροί οπορτουνιστές αυτοαποκαλούμενοι “αδιάλλαχτοι υπερασπιστές των αρχών, αναθεωρούν και την επαναστατική κοσμοθεωρία μετατρέποντάς την σε κάτι ασυνεπές και άκαρπο που έχει πολλά κοινά σημεία με τις τροτσκιστικές στερεότυπες φόρμουλες. Μη παίρνοντας απάντηση για την απομόνωση στην οποία βρίσκονται, για τις αδύνατες σχέσεις με τις μάζες και την ελάχιστη οργάνωσή τους, κόμματα ή μικρές ομάδες που δεν αυξάνουν αριθμητικά ζητούν την εξήγηση για τις δυσκολίες τους στον αφηρημένο τομέα της κοινής πολιτικής κερδοσκοπίας, τη ζητούν στο παρελθόν και όχι στο παρόν, ενώ στην πραγματικότητα τις αιτίες των εμποδίων στα οποία προσκρούουν πρέπει να τις ζητήσουν στην πραχτική τους δραστηριότητα και τον πολιτικό τους προσανατολισμό.
Για να ξεσκεπαστούν οι οπορτουνιστές της δεξιάς και αριστεράς, καταλήγει το άρθρο του περιοδικού ’’Πριντσίπιος”, η θεωρητική πάλη στενά συνδεδεμένη με την πραχτική δραστηριότητα παίρνει σημασία πρωταρχικής αξίας. Η πάλη αυτή εξοπλίζει τη ζωντανή πείρα με την επεξεργασία της εγγυημένης νικηφόρας γραμμής. Όσο περισσότερο βαθαίνει η πάλη αυτή έχοντας στους κόλπους της κολοσιαίες μάζες ανθρώπων τόσο γρηγορότερα θαρθεί η μοιραία μέρα για τον καπιταλισμό.

Εφημερίδα “Επανάσταση”, Μάρτης 1986, σελ. 4

Τρίτη, Ιουνίου 11, 2013

Η ΔΙΑΣΚΕΨΗ ΤΗΣ ΜΑΔΡΙΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΣΔ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

(Σχόλιο του Ρ. Σ. Τιράνων Σεπτέμβρης 83)

Έληξε στην Μαδρίτη η διάσκεψη με τον ελκυστικό τίτλο «Διάσκεψη σχετικά με την ασφάλεια και την συνεργασία στην Ευρώπη».

Ύστερα από τρία περίπου χρόνια κουραστικής και επίπονης εργασίας, ύστερα από αλλεπάλληλες διακοπές και αναβολές των εργασιών και της σκληρής πολεμικής που δεν έλειψε και στις τελικές συνεδριάσεις, στο τέλος ήρθε η μέρα της λήξης της μαραθώνιας αυτής διάσκεψης, με την υπογραφή ενός συμβιβαστικού ντοκουμέντου, που πολύ λίγα άτομα φρονούν ότι εκπληρώνει τον σκοπό για τον οποίο συγκλήθηκε η συνδιάσκεψη.

Έτσι, όπως έγινε πριν από οκτώ χρόνια με την υπογραφή του τελικού ντοκουμέντου του Ελσίνκι, και την φορά αυτή κρίθηκε εύλογο να οργανωθεί μια παρόμοια σχεδόν τελετή για να δώσουν αξία στην πραμάτεια που μαγειρεύτηκε στα τρία αυτά χρόνια στην Μαδρίτη.

Για το σκοπό αυτό στην Ισπανική πρωτεύουσα συνήλθαν οι υπουργοί εξωτερικών των συμμετεχουσών χωρών αυτής της διάσκεψης για να υπογράψουν επίσημα το τελικό ντοκουμέντο, που η αστικο-ρεβιζιονιστική προπαγάνδα έσπευσε να το διαφημίσει σαν «ένα πιστοποιητικό ειρήνης» για τη Ευρώπη, σαν «μια ιστορική στιγμή αποφασιστικής σημασίας» για το μέλλον της ηπείρου μας. Και οι λόγοι που έγιναν στην ολομελή συνεδρίαση, προπαντός εκείνοι των αντιπροσώπων των δυο υπερδυνάμεων, που ήταν και οι κυριότεροι οργανωτές και χειριστές της διάσκεψης της Μαδρίτης, διέπονταν από μια έντονη νότα της απασχόλησής τους δήθεν για την «ευρωπαϊκή ασφάλεια» και από τις παθητικές εκκλήσεις για «ειρηνική συνεργασία» και «αφοπλισμό στην ευρώπη», κ.λ.π..

Όλα αυτά όμως είναι δημαγωγίες και ιμπεριαλιστικές μπλόφες. Το μόνο συγκεκριμένο αποτέλεσμα της διάσκεψης αυτής, με το οποίο καυχώνται οι οργανωτές της, είναι η απόφαση για την σύγκληση το Γενάρη του 1984 στη Στοκχόλμη μιας νέας διάσκεψης για τον αφοπλισμό στην ευρώπη, για να κάνουν έτσι ατέλειωτο τον δημαγωγικό θόρυβο για την «ειρήνη», τον «αφοπλισμό», κ.λ.π..

Η διάσκεψη της Μαδρίτης , έτσι όπως και κείνη του Ελσίνκι και οι άλλες που προγραμματίζονται να γίνουν σ' αυτό το πνεύμα, είναι γεννήματα της ιμπεριαλιστικο-ρεβιζιονιστικής διπλωματίας, που εξυπηρετούν της ηγεμονιστική στρατηγική της Μόσχας και της Ουάσιγκτον για να δημιουργήσουν ένα πασιφιστικό και συνθηκολόγο πνεύμα στους ευρωπαϊκούς λαούς και χώρες για να εξασθενίσουν την εναντίωση τους για την επεχτατική πολιτική και τις φιλοπόλεμες προετοιμασίες των δυο υπερδυνάμεων.

Δεν είναι τυχαίο ,που όλα τα νήματα της διάσκεψης της Μαδρίτης βρίσκονταν στα χέρια των Ενωμένων Πολιτειών Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης. Ήταν οι αντιπρόσωποι των δυο αυτών χωρών που έδιναν τον τόνο στις συνεδριάσεις της συνδιάσκεψης, που διέκοπταν και ξανάρχιζαν τις εργασίες της, ώσπου στο τέλος έδωσαν το πράσινο φως για την εκπόνηση μιας τελικής και συμβιβαστικής δήλωσης για να σώσουν την διάσκεψη από μια επαίσχυντη χρεοκοπία και για να βγουν έτσι μπροστά στους ευρωπαϊκούς λαούς με ένα δήθεν σημαντικό ντοκουμέντο ειρήνης.

Όπως λέει όμως μια λαϊκή παροιμία «τα έργα διαψεύδουν τα λόγια».Ενώ στην Μαδρίτη και αλλού οι αμερικανοί και σοβιετικοί αντιπρόσωποι μιλούν για «ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας» και για «αφοπλισμό», δίνουν «εγγυήσεις» για την διαφύλαξη της ακεραιότητας των ευρωπαϊκών χωρών, στην καθημερινή πρακτική τους οι δυο υπερδυνάμεις αυξάνουν την στρατιωτική και πολιτική παρουσία στην ευρώπη, ενισχύουν τους επιθετικούς συνασπισμούς του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, εντείνουν τις στρατιωτικές ασκήσεις και τις κινήσεις των πολεμικών τους στόλων στις θάλασσες και τους ωκεανούς γύρω από την ευρώπη.

Ακριβώς όταν έκλινε η αυλαία της διάσκεψης της ασφάλειας και χτυπούσαν οι φανφάρες για το «ειρηνικό μέλλον» που εξασφαλίζεται στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι ΕΠΑ έστειλαν νέες πυρηνικές γομώσεις στην Βρετανία για τους πυραύλους Κρούς, η δε Σοβιετική Ένωση εγκατέστηνε νέους πυραύλους ΣΣ21 στην Ανατολική Γερμανία και αλλού, ενώ οι δυο πλευρές αύξησαν τις πολεμικές προετοιμασίες και εκκλήσεις τους για αντεκδικητικά μέτρα και αντίμετρα ασκώντας εκβιασμό στους ευρωπαϊκούς λαούς με το φάντασμα ενός πυρηνικού πολέμου.

Αυτή είναι λοιπόν η λεγόμενη «ασφάλεια» των υπερδυνάμεων που προσφέρουν στους ευρωπαϊκούς λαούς. Η «ασφάλεια» των ευρωπυραύλων, των τάνκς και της πυρηνικής τους ομπρέλας προς διαφύλαξη της κηδεμονίας και της ιμπεριαλιστικής σκλαβιάς επί των ευρωπαϊκών λαών .

Η σοσιαλιστική Αλβανία σαν μια ευρωπαϊκή χώρα, ελεύθερη και κυρίαρχη, ενδιαφέρθηκε για την διαφύλαξη της ειρήνης και της ασφάλειας στην ευρώπη και ανησυχεί για τους κινδύνους που απειλούν την ασφάλεια των ευρωπαϊκών λαών.

Η χώρα μας όμως από τις αρχές δεν πήρε μέρος στην συνδιάσκεψη του Ελσίνκι και στο γέννημα της στην συνδιάσκεψη της Μαδρίτης σχετικά με την λεγόμενη «ευρωπαϊκή ασφάλεια» γιατί τις έχει θεωρήσει και τις έχει καταγγείλει σαν φάρσες που σκαρώνονται από τις δυο υπερδυνάμεις για να ενισχύσουν τις αντίστοιχες ζώνες επιρροής στην ευρώπη, να νομιμοποιήσουν και διαιωνίσουν την κυριαρχία τους αυτή. Τα γεγονότα που συνέβηκαν στην ευρώπη και γύρω απ’ αυτή, από την διάσκεψη του Ελσίνκι και μέχρι της Μαδρίτης, έχουν επιβεβαιώσει και δικαιολογήσει απόλυτα την στάση της Αλβανίας.

Τον απατηλό χαρακτήρα της διάσκεψης της Μαδρίτης και την απογοήτευση για τα αποτελέσματα της, τον αισθάνονται και τον έχουν εκφράσει με διάφορες μορφές και πολλά κράτη που συμμετέχουν στην διάσκεψη αυτή, η στάση και η θέληση των οποίων δεν λήφθηκε υπόψη από τους δυο μεγάλους.

Η ευρωπαϊκή ειρήνη και ασφάλεια δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με δημαγωγικές και θορυβώδικες διασκέψεις, όπως εκείνης της Μαδρίτης και της Γενεύης ή της Βιένης και άλλες σα αυτές, και ούτε από την «καλή θέληση» και «τις εγγυήσεις» ενός ντοκουμέντου με τις υπογραφές των δυο υπερδυνάμεων.

Η ειρήνη και η ασφάλεια και ο πραγματικός αφοπλισμός στην ευρώπη και σ' όλο τον κόσμο είναι έργο των λαών και θα επιτευχθούν με τον ασυμβίβαστο αγώνα τους ενάντια στην φιλοπόλεμη πολιτική των δυο υπερδυνάμεων και των λακέδων τους. Όπως υπογράμμισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στο 8ο Συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας «μόνο η αποφασιστική εναντίωση στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και στον σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό, η διάλυση των στρατιωτικών συνασπισμών και η απομάκρυνση των ατομικών όπλων και των ξένων στρατευμάτων μπορούν να εξασφαλίσουν την ειρήνη στην ευρώπη.

«ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Αρ. Φύλλου 10, Οχτώβρης 1983

Κυριακή, Δεκεμβρίου 30, 2012

Ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας του αφγανικού λάου εναντία στους καταχτητές σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές

«Επανάσταση», χρόνος 1, Αρ. Φύλλου 7, Ιούλης 1982

Ρ. Σ. Τιράνων, 1 Ιούλη 1982

Πέρασαν πάνω από δυόμιση χρόνια από τότε που οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές ενήργησαν τη φασιστική εισβολή στο Αφγανιστάν και από τότε δεν βρίσκουν στιγμή ησυχίας σ' αυτή τη χώρα. Βρίσκονται συνεχώς κάτω από τα χτυπήματα των Αφγανών πατριωτών, κάτω από την οργή του αφγανικού λαού που θηριεύει. Είναι μια δικαιολογημένη οργή ενός φιλελεύθερου και μαχητικού λαού ενάντια στους καταχτητές και καταπατητές της λευτεριάς του.

Καθ' όλη την ιστορία του ο αφγανικός λαός πολέμησε τους ξένους καταχτητές που πάτησαν τον τόπο του και τον υποδούλωσαν. Ένδοξοι ήταν, ιδιαίτερα, οι τρεις μεγάλοι πόλεμοι ενάντια στους βρετανούς αποικιοκράτες που οδήγησαν στην ανακήρυξη της ανεξαρτησίας στα 1919.

Ο φιλελεύθερος αφγανικός λαός όμως υποφέρει ξανά τη σκλαβιά ενός νέου καταχτητή, άγριου και βάρβαρου, των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών. Γι αυτό άρπαξε ξανά τα όπλα και δεν τα αποχωρίστηκε ποτέ για να κερδίσει ξανά τα εθνικά δικαιώματά του.

Τώρα, ύστερα από δυόμιση χρόνια κατοχής, ο απελευθερωτικός αγώνας του αφγανικού λαού πήρε μεγάλες διαστάσεις και από μέρα σε μέρα εντείνεται. Οι πατριωτικές δυνάμεις αναπτύσσουν δράση σε κάθε γωνιά της χώρας στις στρατηγικές κοιλάδες που έχουν γίνει Θερμοπύλες αντίστασης αυτού του λαού και μέχρι το εσωτερικό των μεγάλων πόλεων, όπως και η Καμπούλ, όπου δρουν πολλές μαχητικές ομάδες.

Στα χρόνια αυτά του αγώνα οι πατριωτικές δυνάμεις σημείωσαν πολλές επιτυχίες. Εξουδετέρωσαν και έθεσαν έκτος μάχης πάνω από 10.000 στρατιώτες του εχθρού, πάνω από 1.000 τανκς και θωρακισμένα οχήματα καθώς και πολλά άλλα στρατιωτικά μέσα.

Ο αγώνας του αφγανικού λαού σημείωσε προόδους και από οργανωτικής άποψης. Οι αγωνιστές της λευτεριάς παραμέρισαν τις έριδες και τους παλιούς διχασμούς μεταξύ των φυλών που υποδαύλιζαν οι ξένοι καταχτητές και εκφράστηκαν με αποφασιστικότητα για την ένωση όλων των πατριωτικών και φιλελεύθερων δυνάμεων που αγωνίζονται ενάντια στους σοσιαλιμπεριαλιστές καταχτητές. Αυτό έδωσε την δυνατότητα στους αγωνιστές της λευτεριάς να οργανώσουν και να διευρύνουν τις μαχητικές ενέργειές τους, ιδιαίτερα στον συνδυασμό των ενεργειών σε διάφορες περιοχές της χώρας με την δράση των μαχητικών ομάδων στις πόλεις. Αυτό έκανε ώστε οι Ρώσοι καταχτητές και τα ντόπια ανδρείκελά τους να μην αισθάνονται ασφαλή τον εαυτό τους, όχι μόνο στο μέτωπο αλλά και στα μετόπισθεν.

Στις συνθήκες που η χώρα τους βρίσκεται, κάτω από το πέλμα των ξένων καταχτητών, οι πατριωτικές δυνάμεις σαν εκπρόσωποι των πόθων του αφγανικού λαού έταξαν σαν βασικό σκοπό της στρατηγικής του αγώνα τους το διώξιμο του ξένου καταχτητή και την ανάκτηση της λευτεριάς και της εθνικής ανεξαρτησίας. Έτσι σαν κύριο εχθρό ενάντια στον όποιον στρέφονται τα κυριότερα χτυπήματα του απελευθερωτικού αγώνα θεωρούν τους Ρώσους καταχτητές και τις εσωτερικές δυνάμεις Κουίσλινγκ.

Ο απελευθερωτικός αγώνας όμως του αφγανικού λαού χτυπάει και τις επιδιώξεις των αμερικανών ιμπεριαλιστών, των κινέζων σοσιαλιμπεριαλιστών και των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που παριστάνουν τον «υποστηριχτή» και καμώνονται σαν να τρέφουν συμπάθεια για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία του αφγανικού λαού. Αυτό το κάνουν μόνο για τα επεχτατικά τους συμφέροντα στην περιοχή.

Για την επιτυχή πραγματοποίηση του σκοπού οι πατριωτικές δυνάμεις παλεύουν για την πύκνωση των γραμμών των ένοπλων δυνάμεων τους, για την ένταση των στρατιωτικών ενεργειών χτυπώντας τον μεγάλο αριθμητικά εχθρό για να τον εξοντώσουν τμηματικά και να δημιουργήσουν έτσι τις συνθήκες για εξισορρόπηση του συσχετισμού δυνάμεων και την απόχτηση ταχτικής υπεροχής πάνω στον εχθρό. Γι' αυτό οι πατριωτικές δυνάμεις ενεργούν διαρκώς επιθέσεις στηριζόμενες στην ταχτική του παρτιζάνικου αγώνα, όπως είναι οι κεραυνοβόλες αιφνιδιαστικές επιθέσεις ενάντια σε τμήματα και στρατιωτικές συγκεντρώσεις του εχθρού, η ενεργός άμυνα στις εκκαθαριστικές επιθέσεις του εχθρού και το πέρασμα σε αντεπιθέσεις απελευθερώνοντας ολόκληρες ζώνες και περιοχές.

Οι αυξημένες διαστάσεις του απελευθερωτικού αγώνα του αφγανικού λαού ανάγκασαν τους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές να χρησιμοποιούν τις πιο απαίσιες μέθοδες για την καταστολή του. Αφού τα τανκς και τα σύγχρονα ελικόπτερα, οι μαζικοί βομβαρδισμοί, οι δηλητηριώδεις ύλες και οι εμπρησμοί με Ναπάλμ δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, οι Ρώσοι καταχτητές πέρασαν και στην νέα στρατηγική κύριο χαραχτηριστικό της οποίας είναι η ταχτική της καμένης γης, για να σπείρουν φόβο και τρόμο στο λαό με σκοπό να παραιτηθεί από την υποστήριξη και την συμμετοχή στον απελευθερωτικό αγώνα.

Έτσι, το πυροβολικό, τα τανκς και η αεροπορία των καταχτητικών δυνάμεων άρχισαν βομβαρδισμούς και σφαγές στις αφγανικές περιοχές καταστρέφοντας ολόκληρα χωριά και σκοτώνοντας χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, γέρους και παιδιά. Και με την νέα στρατηγική τους όμως, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές και οι ντόπιοι Κουίσλινγκ δεν μπόρεσαν να υποτάξουν τον αφγανικό λαό και να σβήσουν τον απελευθερωτικό του αγώνα.

Οι πατριωτικές δυνάμεις υποστηριζόμενες πλατιά από τις λαϊκές μάζες συνέχισαν με επιτυχία τις μαχητικές ενέργειες προκαλώντας νέες απώλειες στον εχθρό. Τα πρακτορεία ειδήσεων αναφέρουν για σκληρές μάχες που διεξήχθησαν της τελευταίες μέρες σε όλα τα μέρη της χώρας.

Έτσι ύστερα από επίθεση τεσσάρων εβδομάδων οι καταχτητικές δυνάμεις αναγκάστηκαν να αποσυρθούν από την κοιλάδα Πανσίρ εγκαταλείποντας πολλούς νεκρούς και τραυματίες. Επιτυχείς επιθέσεις ενήργησαν οι πατριωτικές δυνάμεις και στο Κερικάν, Τελγιεμάν, Καραμπάκ της επαρχίας Γκασνί όπου οι καταχτητές αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν στο πεδίο της μάχης 5 τανκς και 6 θωρακισμένα αυτοκίνητα. Στο μεταξύ στις πόλεις, όπως στην Καμπούλ, συνεχίζεται η δράση των μαχητικών ομάδων που εξοντώνουν πράχτορες και συνεργάτες των ξένων εισβολέων.

Αυτές οι νέες επιτυχίες δείχνουν καθαρά την αποφασιστικότητα του αφγανικού λαού να συνεχίσει τον απελευθερωτικό του αγώνα μέχρι το διώξιμο του καταχτητή και την ανάχτηση της λευτεριάς και της πραγματικής ανεξαρτησίας. Και συνεχίζοντας αυτόν τον δρόμο θα πραγματοποιήσει οπωσδήποτε τους εθνικούς πόθους και θα ιδεί τον εαυτόν του ελεύθερο και ανεξάρτητο στην πατρίδα του.

Ο «σοσιαλιστικός προσανατολισμός» - ρεβιζιονιστική θεωρία στην υπηρεσία της αστικής τάξης

«Επανάσταση», χρόνος 1, Αρ. Φύλλου 6, Ιούνης 1982

Ο «σοσιαλιστικός προσανατολισμός» - ρεβιζιονιστική θεωρία στην υπηρεσία της αστικής τάξης

Ρ. Σ. Τιράνων, 25 Απρίλη 1982

Μια από τις πολλές ρεβιζιονιστικές θεωρίες που έχουν τεθεί σήμερα στην κυκλοφορία για να κάνουν την απολογία της σοβιετικής νεοαποικιοκρατίας είναι και ο «μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης» ή του «σοσιαλιστικού προσανατολισμού».

Αυτό το ρεβιζιονιστικό θεωρητικό κατασκεύασμα που βγήκε στο προσκήνιο κατά την δεκαετία του 60, αποτελεί, σύμφωνα με τους ιδεολόγους του Κρεμλίνου, ένα από τα πιθανά μοντέλα του κινήματος στις καθυστερημένες χώρες προς το σοσιαλισμό, που τώρα έχουν γίνει πια ιστορική πραγματικότητα.

Ο δρόμος του «σοσιαλιστικού προσανατολισμού» σερβίρεται σήμερα από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές σε όλες τις υποανάπτυκτες χώρες σαν η μόνη διέξοδος για να βγουν από την καθυστέρηση και να βαδίσουν μπροστά. Ο «σοσιαλιστικός» αυτός προσανατολισμός στην πραγματικότητα προσφέρει σ' αυτές τις χώρες το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουν για να πέσουν (υπογρ. δική μας) στα πλοκάμια του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού.

«Η ρεβιζιονιστική προδοσία, η παλινόρθωση του καπιταλισμού σε μια σειρά πρώην σοσιαλιστικές χώρες, υπογράμμισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στο 8ο συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, δημιούργησαν μεγάλη σύγχυση γύρω από το πρόβλημα του σοσιαλισμού, ο όποιος είναι στο κέντρο της ιδεολογικής πάλης που διεξάγεται σήμερα στον κόσμο. Το ζήτημα είναι ότι οι ρεβιζιονιστές παρουσιάζουν την καπιταλιστική κοινωνία που έχει παλινορθωθεί στις χώρες τους, σαν γνήσια σοσιαλιστική κοινωνία, σαν «αναπτυγμένο» «πραγματικό σοσιαλισμό» και μάλιστα «πολύ αναπτυγμένο». Η σύγχυση αυτή αυξάνει περισσότερο και από το ότι για το σοσιαλισμό μιλούν και πολλά κόμματα και διάφορες πολιτικές δυνάμεις, που απέχουν πολύ από τον επιστημονικό σοσιαλισμό, καθώς και από τις προσπάθειες που κάνει η αστική τάξη και η προπαγάνδα της να παραποιήσει τα πραγματικά σοσιαλιστικά ιδανικά, να απομακρύνει τις μάζες από τον αγώνα για το θρίαμβό τους».

Η ρεβιζιονιστική θεωρία του «σοσιαλιστικού προσανατολισμού» αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες διαστρεβλώσεις της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας για την σοσιαλιστική επανάσταση και την διχτατορία του προλεταριάτου. Η θεωρία αυτή αρνείται κατάφωρα τον ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης και του κομμουνιστικού κόμματος στην επανάσταση και στην σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Σύμφωνα με τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές στις χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» τον καθοδηγητικό ρόλο, κατά κανόνα, τον παίζει το δημοκρατικό επαναστατικό κόμμα που δεν είναι εκπρόσωπος της εργατικής τάξης αλλά όλων των μαζών της χώρας.

Ο «μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης» είναι μια παραλλαγή του χρουτσωφικού δρόμου της «ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό» δηλαδή σύμφωνα με αυτούς η αστική τάξη θεληματικά θα επιτρέψει το πέρασμα στο σοσιαλισμό αναίμακτα και χωρίς βία. Η ιστορική πείρα δεν γνωρίζει περιπτώσεις όπου να μπορεί να στηριχθεί αυτή η νόθα θεωρία του σημερινού σύγχρονου ρεβιζιονισμού. Είναι γνωστό ότι και το «χιλιανό πείραμα» που διατυμπανίστηκε θορυβώδικα, έσβησε και πνίγηκε στο αίμα από την ντόπια αντίδραση με την υποστήριξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές στον προσδιορισμό των χωρών με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» ξεκινούν όχι από την ανάλυση το ποιες παραγωγικές σχέσεις κυριαρχούν εκεί, ποια είναι η ηγετική δύναμη της κοινωνίας και τα συμφέροντα ποιας τάξης αντιπροσωπεύει. Αυτοί παραδέχονται απροκάλυπτα την ύπαρξη της καπιταλιστικής ατομικής ιδιοχτησίας, την υπεράσπιση της οποίας, στις χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» την εγγυάται το σύνταγμα. Στις χώρες αυτές υπάρχει και κάποια κρατική ιδιοχτησία που οι ρεβιζιονιστές την διαφημίζουν σαν κύριο σοσιαλιστικό στοιχείο, αλλά που στην πραγματικότητα είναι μια μορφή του κρατικού καπιταλισμού. Αυτοί λένε ότι στην μεταβατική περίοδο, οι χώρες αυτές μπορεί να βρεθούν στα πλαίσια της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά μέσω των μεταρρυθμίσεων και της «βοήθειας» της Μόσχας θα αποσπαστούν από τους κόλπους του καπιταλισμού για [να] πέσουν στις αγκάλες της «σοσιαλιστικής κοινότητας».

Οι ρεβιζιονιστές σοβιετικοί ιδεολόγοι για να συμπληρώσουν το «σοσιαλιστικό» πλαίσιο αυτών των χωρών, θέλουν να αλείψουν με κόκκινα χρώματα και τους αστικούς πολιτικούς θεσμούς που υπάρχουν εκεί. Έτσι τα «επαναστατικά» συμβούλια , τις κυβερνήσεις, τις προεδρίες, τα συντάγματα των χωρών με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» τα αποκαλούν «νέους πολιτικούς θεσμούς» τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο.

Οι νέες ονομασίες και ετικέτες που προσάπτουν στα διάφορα όργανα της εξουσίας σ' αυτές τις χώρες δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενό τους. Στα ανώτερα όργανα της κρατικής εξουσίας συμμετέχουν εκπρόσωποι της μεγαλοαστικής ή της μικροαστικής τάξης που για να παραπλανήσουν τις μάζες χρησιμοποιούν «σοσιαλιστικά» συνθήματα και ετικέτες.

Σαν γεγονός που επιβεβαιώνει την «σοσιαλιστική» φυσιογνωμία των χωρών που έχουν μπει στον «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης» οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές διαφημίζουν και την διατύπωση στα συντάγματα αυτών των κρατών «σοσιαλιστικών» συνθημάτων, δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων, κλπ.

Τα συντάγματα των χωρών με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» δεν είναι τα πρώτα που φέρουν το δημαγωγικό επικάλυμμα της δημοκρατίας. Τα συντάγματα της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης είναι γεμάτα με άρθρα που διακηρύττουν τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες για τις μάζες αλλά μένουν μόνο στα χαρτιά και δεν εφαρμόζονται ποτέ στη ζωή.

Η ρεβιζιονιστική ανακάλυψη των χωρών με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» έχει για σκοπό να εμποδίσει τη διάδοση της επαναστατικής ιδεολογίας του επιστημονικού σοσιαλισμού στις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, να αυξήσουν την ιδεολογική σύγχυση για να εμποδίσουν τον ενστερνισμό της πραγματικής μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας από το προλεταριάτο και τις άλλες εργαζόμενες μάζες και για να λειάνουν το δρόμο στην νεοαποικιακή διείσδυση της Σοβιετικής Ένωσης στις λεγόμενες χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό».

Τώρα έχει αποδειχτεί πια στην πράξη ότι σαν βασικό κριτήριο για τον προσδιορισμό ποια χώρα είναι με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» και ποια όχι, χρησιμεύει ο βαθμός υποταγής στο σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό.

Ο χρόνος έχει επιβεβαιώσει, ότι ακριβώς οι χώρες αυτές μαζί με τις ρεβιζιονιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης είναι τα πιο πειθήνια κυβερνεία της νεοτσαρικής αυτοκρατορίας, το ίδιο όπως είναι και οι πιο εκμεταλλευόμενες χώρες από τους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές. Αυτή η ομάδα χωρών της Ασίας και της Αφρικής, όπως η Αγκόλα, η Αιθιοπία, το Αφγανιστάν, κλπ, είναι καθυστερημένες με μονόπλευρη οικονομική ανάπτυξη, αλλά που διαθέτουν και πολλά αποθέματα πολύτιμων μεταλλευμάτων και πρώτων ιλών. Για να ασκούν συστηματική καταλήστευση, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές έχουν υπογράψει μακροπρόθεσμες συμφωνίες «βοήθειας και συνεργασίας» με αυτές τις χώρες και προσπαθούν να τις εντάξουν στη ρεβιζιονιστική οργάνωση της «ΚΟΜΕΚΟΝ».

Σαν αρχή τους έδωσαν το δικαίωμα του παρατηρητή σε αυτήν την αντιδραστική νεοαποικιακή οργάνωση. Κάτω από το προσωπείο της οικονομικής και τεχνικής «βοήθειας» που προπαγανδίζεται σαν οργανικό στοιχείο στο σύνολο των κοινωνικοοικονομικών μετασχηματισμών στις χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό», οι σοβιετικοί νεοαποικιοκράτες έχουν διεισδύσει σ' όλα τα κύτταρα της οικονομικής ζωής. Τα ολόπλευρα προνόμια που εξασφάλισε η Σοβιετική Ένωση σ' αυτές τις χώρες τα φυλάει με φανατισμό. Κάθε απόπειρα των άλλων ιμπεριαλιστών αντιπάλων να διεισδύσουν εκεί καταγγέλλονται από το Κρεμλίνο με σκληρούς «αντιιμπεριαλιστικούς» χαραχτηρισμούς, σαν «επέμβαση», «επέχταση», «νεοαποικιοκρατία», κλπ. Επίσης κάθε προσπάθεια από τις κυρίαρχες αστικές κλίκες αυτών των χωρών να βγουν από τον σοβιετικό έλεγχο ή να συνδεθούν με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, χαραχτηρίζονται σαν «αντισοβιετισμός» και τιμωρείται αμείλιχτα με οικονομικά μέσα και στρατιωτική επέμβαση, όπως συνέβηκε στο Αφγανιστάν.

Η πολιτική της διείσδυσης και της νεοαποικιακής καταλήστευσης που ακολουθούν οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές απέναντι στις χώρες αυτές δεν μπορεί να συγκαλυφθεί με θεωρητικές απάτες. Τα γεγονότα και η πραχτική των σχέσεων ανάμεσα στη Σοβιετική Ένωση και στις υποανάπτυκτες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής έχουν αποκαλύψει ολοφάνερα την αντεπαναστατική και επεχτατική φύση της λεγόμενης «σοβιετικής βοήθειας» που στοχεύει κυρίως στην εξόρυξη πολύτιμων μεταλλευμάτων, βωξίτη, φωσφάτη, κλπ. στην ανέγερση μερικών ηλεκτρικών σταθμών και εργοστασίων επεξεργασίας ιχθύων, γάλακτος και γεωργικών προϊόντων. Και εκείνη η ελάχιστη εκβιομηχάνιση που γίνεται ελέγχεται από τους σοσιαλιμπεριαλιστές της Μόσχας, μέσω δεκάδων χιλιάδων σοβιετικών ειδικών που έχουν σταλεί στις χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» με το προσωπείο της «σύμπραξης και της συνεργασίας».

Η Σοβιετική Ένωση και οι άλλες χώρες της ΚΟΜΕΚΟΝ εκμεταλλεύονται εκατοντάδες οικονομικά έργα σ' αυτές τις χώρες μέσω των λεγόμενων «κοινών επιχειρήσεων». Η κατανομή των κερδών στην περίπτωση αυτήν γίνεται σύμφωνα με το νόμο της ζούγκλας.

Η νεοαποικιακή και σοσιαλιμπεριαλιστική σοβιετική πολιτική στις λεγόμενες χώρες με «σοσιαλιστικό προσανατολισμό» έφερε βαριές συνέπειες στους λαούς, την οικονομική, πολιτική και κοινωνική ανάπτυξη αυτών των χωρών σε ανεξάρτητο δρόμο. Οι λαοί και οι επαναστατικές και δημοκρατικές δυνάμεις αυτών των χωρών εναντιώνονται και καταπολεμούν την σοβιετική νεοαποικιοκρατία, το ίδιο {υπογρ. δική μας) όπως καταπολεμούν την αμερικάνικη νεοαποικιοκρατία και κάθε ιμπεριαλιστική επέμβαση, καταπίεση και εκμετάλλευση σε βάρος των λαών, όπως το δείχνει ο ένοπλος αγώνας των Αφγανών πατριωτών που συνεχίζουν πάνω από δυο χρόνια τον ένοπλο αγώνα ενάντια στους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές καταχτητές.

Μόνο με τον αποφασιστικό αγώνα ενάντια σ' όλες τις μορφές της νεοαποικιοκρατίας οι υποανάπτυκτες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής θα μπορέσουν να βρουν τον πραγματικό δρόμο της προόδου και της ανεξάρτητης εθνικής ανάπτυξης.

Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2012

Αστικορεβιζιονιστικές θεωρίες που αρνούνται τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου στην καπιταλιστική κοινωνία

«ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Ιούλης 1986

Αστικορεβιζιονιστικές θεωρίες που αρνούνται τη σχετική και απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου στην καπιταλιστική κοινωνία 


Ρ.Σ. Τιράνων 15.6.1986

Αναλύοντας την καπιταλιστική κοινωνία ο Μαρξ ανακάλυψε το γενικό νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της σχετικής και απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου.
Στην εποχή του ο Λένιν διεξήγαγε σκληρή πάλη ενάντια στους οπορτουνιστές της Δεύτερης Διεθνούς, οι οποίοι κάνοντας καπηλεία με την ανάπτυξη της βιομηχανικής ανάπτυξης στα τέλη του περασμένου αιώνα, διακήρυτταν ότι ο ιμπεριαλισμός σαν μετεξέλιξη του καπιταλισμού ήταν μια τέτοια εξέλιξη όπου η εξαθλίωση εξαλείφονταν και εγκαθιδρύονταν η "κοινωνική αρμονία". Λέγανε επίσης ότι είχε εξαλειφθεί ο ταξικός ανταγωνισμός και ο καπιταλισμός δεν είχε λόγο να χρεοκοπήσει.
Ανατρέποντας τις θεωρητικολογίες αυτές οι κλασσικοί του μαρξισμού-λενινισμού επεσήμαναν ότι στον ιμπεριαλισμό η εξαθλίωση των εργαζομένων αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Στις συνθήκες κυριαρχίας της χρηματιστικής ολιγαρχίας, των τραστ και των καρτέλ, μια χούφτα μεγιστάνων του κεφαλαίου κυριαρχούν σ' όλο τον κόσμο.
Αστοί και ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι προσπαθούν να δικαιολογήσουν τη σημερινή εξαθλίωση στην καπιταλιστική κοινωνία λέγοντας ότι σε περίπτωση ύπαρξης της εξαθλίωσης αυτής, τα αίτιά της δεν πρέπει να αναζητηθούν στον καπιταλισμό. Έτσι ο γερμανός οικονομολόγος Πέσεϊ επιρρίπτει τη φτώχεια και εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων στη μεγάλη δημογραφική έκρηξη, στη φυσική αύξηση του πληθυσμού. Η αύξηση αυτή του πληθυσμού, λέει, θα γίνει αργότερα αιτία σοβαρών συνεπειών. Οι θέσεις αυτές μοιάζουν με τις θέσεις, πριν δυο αιώνες, που ο Μάλθους τις χαραχτήριζε σαν την πιο επιστημονική θεωρία της οικονομίας. Και στη σημερινή περίοδο ο Πέσεϊ βρίσκει τα αίτια της φτώχειας στη φύση, στην τάση των ανθρώπων να πληθαίνουν.
Άλλοι αστοί θεωρητικοί βρίσκουν τα αίτια της εξαθλίωσης στις φυσιολογικές συνθήκες και στην ανικανότητα των ανθρώπων.
Και οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, με διάφορες μορφές, υπερασπίζουν τις νέο-μαλθουσιανές θέσεις, Το σοβιετικό περιοδικό "Βαπρόσι Φιλοσόφι" έγραφε «ότι τώρα είναι απ' όλους παραδεχτό ότι ο αριθμός του παγκόσμιου πληθυσμού πλησιάζει το κρίσιμο σημείο, ανέρχεται σε 4 δισεκατομμύρια με μέση ετήσια αύξηση περίπου 100 εκατομμύρια. Ένας τέτοιος αριθμός ανθρώπων προκαλεί στο περιβάλλον αλλαγές σε τέτοιο βαθμό που μπορεί να φέρει ένα φαινόμενο αντίθετο με την ευημερία του ανθρώπου, που θα επιδράσει επικίνδυνα στην ανάπτυξη και στον πολιτισμό».
Ο ρεβιζιονιστής αυτός μελετητής φτάνει μάλιστα στο σημείο να ζητήσει τη λήψη μέτρων από την κοινωνία για τον περιορισμό του δικαιώματος γεννήσεων, ακόμα και επιβάλλοντας νόμους που να περιορίζουν το μέγεθος της οικογένειας.
Άλλοι αστοί και ρεβιζιονιστές θεωρητικολόγοι υποστηρίζουν τη θέση, ότι η εξαθλίωση του προλεταριάτου όλο και περιορίζεται και έχει απομείνει μόνο στις μη αναπτυγμένες χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες έμειναν φτωχές εξ αίτιας της ανικανότητας των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών να τις ενσωματώσουν καλύτερα στο παγκόσμιο βιομηχανικό σύστημα.
Οι ρεβιζιονιστές διαφόρων ρευμάτων διαστρεβλώνουν τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία σχετικά με την εξαθλίωση, πλέκοντας εγκώμια στη λεγόμενη «καταναλωτική κοινωνία», όπως κάνουν οι ευρωκομουνιστές, ή συνδέοντας τη φτώχεια μόνο με τις περιόδους κρίσης, όπως κάνουν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, Για παράδειγμα οι γάλλοι ρεβιζιονιστές εκθειάζουν το ρόλο της τεχνικής προόδου που στη Γαλλία οδήγησε τάχα στην «τεράστια βελτίωση του βιοτικού επιπέδου». Εκείνο για το οποίο υποφέρει το προλεταριάτο, λέει ο ηγέτης των γάλλων ρεβιζιονιστών Ζώρζ Μαρσαί, είναι για λίγο περισσότερο δικαιοσύνη. Στη Γαλλία, προσθέτει, η επιστημονική και τεχνική έκρηξη και οι συνέπειές της στην παραγωγή, η εξέλιξη της κοινωνικής ζωής οδήγησαν στο ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου και μετέβαλαν τη φύση της κατανάλωσης και τον τρόπο ζωής.
Η πραγματικότητα όμως, στις καπιταλιστικό - ρεβιζιονιστικές χώρες ανατρέπει τις διακηρύξεις αυτές και θεωρητικολογίες. Σα συνέπεια της αύξησης της αποδοτικότητας και της εντατικοποίησης της εργασίας στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές χώρες μεγαλώνει η εκμετάλλευση των εργατών και σα συνέπεια μεγαλώνει η νόρμα και το ποσοστό της υπεραξίας που ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Ταυτόχρονα αυτό οδηγεί στη μείωση της αξίας των μέσων ύπαρξης του εργάτη δηλαδή της αξίας της εργατικής δύναμης. Κατ' αυτόν τον τρόπο συμβαίνει και η αδιάκοπη εξαθλίωση του εργάτη.
Πάνω σ' αυτή τη βάση μεγαλώνει η κοινωνική ανισότητα, βαθαίνει και πλαταίνει το χάσμα ανάμεσα στις εκμεταλλεύτριες τάξεις και το προλεταριάτο. Σ' όλες τις καπιταλιστικές χώρες μια χούφτα ανθρώπων κατέχουν μυθικά πλούτη, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας ζει σε βαθιά φτώχεια και εξαθλίωση. Έτσι στις ΕΠΑ το 1 % του πληθυσμού κατέχει το 80 % του εθνικού πλούτου. Στην Αγγλία 6 % του πληθυσμού κατέχει τα 3/4 του πλούτου και ούτω καθ' εξής.
Παράλληλα με την σχετική εξαθλίωση του προλεταριάτου στον καπιταλισμό βαθαίνει και η απόλυτη εξαθλίωση, που εκφράζεται με την αδιάκοπη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου, τη μείωση του βαθμού ικανοποίησης των υλικών αναγκών των εργαζομένων, των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας.
Σύμφωνα με στοιχεία, μόνο στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης αριθμούνται πάνω από 30 εκατομμύρια άνθρωποι που ζουν κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας. Στις ΕΠΑ ο αριθμός των φτωχών ξεπερνά τα 32 εκατομμύρια.
Ο σημαντικότερος δείχτης της απόλυτης εξαθλίωσης του προλεταριάτου είναι η αύξηση της ανεργίας στις καπιταλιστικές χώρες, η οποία προσλαμβάνει μόνιμο και μαζικό χαραχτήρα στις συνθήκες της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι οι άνεργοι στις κυριότερες καπιταλιστικές χώρες, στα 1981, ήταν 24 εκατομμύρια, ενώ τώρα έφτασαν τα 30 εκατομμύρια
Η εξαθλίωση του προλεταριάτου στις καπιταλιστικές και τις ρεβιζιονιστικές χώρες εκφράζεται άμεσα στη μείωση των πραγματικών αποδοχών, της αγοραστικής δύναμης σα συνέπεια της αύξησης των άμεσων και των έμμεσων φόρων επί του πληθυσμού, της ύψωσης των τιμών και της αύξησης του πληθωρισμού, που έλαβαν πρωτοφανείς διαστάσεις.
Η εξαθλίωση του προλεταριάτου στις καπιταλιστικό - ρεβιζιονιστικές χώρες συνοδεύεται από την όξυνση της ταξικής πάλης, κατά την οποία η οικονομική πάλη της εργατικής τάξης για τα ζωτικά της αιτήματα μετατρέπεται σε αγώνα πολιτικό για την εξάλειψη του καπιταλιστικού συστήματος.
Η σχετική και η απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου στον καπιταλισμό παρουσιάζεται σαν φαινόμενο και τάση που εκδηλώνεται ανισόμετρα σε διάφορες χώρες και σε διάφορες περιόδους, αλλά που αναπτύσσεται αδιάκοπα. «Η όξυνση των αντιθέσεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου« τόνισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα στο 8ο Συνέδριο του, ΚΕΑ, «γενικά η καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική καταπίεση επισπεύδουν το ανέβασμα της πολιτικής και ταξικής συνείδησης του προλεταριάτου και το συνειδητοποιούν ότι η απαλλαγή από την καταπίεσή και την εκμετάλλευση μπορεί να επιτευχτεί μόνο με ταξικό αγώνα, με επανάσταση».

ΟΙ ΑΣΤΙΚΟΡΕΒΙΖΙONΙΣΤΙKΕΣ ΘΕΩΡΗTIΚΟΛΟΓΙΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΚΡΥΨΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ


«ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Μάης 1987
  
ΟΙ ΑΣΤΙΚΟΡΕΒΙΖΙONΙΣΤΙKΕΣ ΘΕΩΡΗTIΚΟΛΟΓΙΕΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΠΟΚΡΥΨΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΣΤΙΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ 

Ρ .Σ. Τιράνων 14.12.86
 
Το πρόβλημα της ανεργίας είναι από τα πιο επίμαχα και ανησυχητικά στο σημερινό καπιταλιστικό κόσμο, όπου από χρόνια τώρα έχει δημιουργηθεί μια στρατιά ανέργων,που σήμερα ξεπερνάει τα 100 εκατομμύρια άτομα.
Μόνο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες έχουν πεταχτεί στους δρόμους, χωρίς δουλειά και μέσα διαβίωσης, πάνω από 31 εκατομμύρια άτομα. Η ανεργία έφτασε έτσι σε επίπεδα πρωτοφανή κατά τα τελευταία 50 χρόνια από τον καιρό της μεγάλης κρίσης του 1932 - 1934.
Η ανεργία αγκαλιάζει το 9-10 % του ενεργού πληθυσμού. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του 1986 στις ΕΠΑ υπάρχουν 8,5 εκατομμύρια άνεργοι, και αυτό τη στιγμή που θεωρούνταν ότι είχε φτάσει στο κορύφωμα η ανάκαμψη, μετά την κρίση του 1983, και ότι η ανάκαμψη αυτή θα έφερνε και την ανάπτυξη της οικονομίας και των άλλων καπιταλιστικών χωρών. Στις καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης υπάρχουν 19.300.000 άνεργοι.
Η αδιάκοπη αύξηση της ανεργίας είναι δείκτης της εμβάθυνσης της κρίσης του καπιταλιστικορεβιζιονιστικού συστήματος. Από την άλλη η κατάσταση αυτή αύξησε την αγανάχτηση των εργαζομένων ενάντια στο ισχύον σύστημα οδηγώντας στο βάθαιμα της επαναστατικής κατάστασης.
Το γεγονός, που η ανεργία στις καπιταλιστικές χώρες μεγαλώνει συνεχώς δείχνει ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι σε θέση να θεραπεύσει αυτή τη βαριά πληγή που προκαλείται από την αντιλαϊκή του φύση. «Τώρα», τόνισε ο σύντροφος Ραμίζ Αλία στο 9ο Συνέδριο του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας, «είναι δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες οι άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν χωρίς καν να δοκιμάσουν τι θα πει δουλειά» (Ραμίζ Αλία, Έκθεση στο 9ο Συνέδριο του ΚΕΑ. σελ. 143. Αθήνα 1986).
Αυτοί που υποφέρουν περισσότερο από τις διακρίσεις και έχουν πληγεί από την ανεργία είναι οι νέοι, αγόρια και κορίτσια ηλικίας από 16 - 24 χρονών, που αποτελούν τα 22 - 40 % του συνόλου των ανέργων σε διάφορες χώρες. Στη γενικότητα, αυτοί είναι νέοι απόφοιτοι μέσων και ανωτέρων σχολών, που ζητούν για πρώτη φορά εργασία ή που έχουν ένα επάγγελμα και έχασαν τη θέση εργασίας. Γι' αυτό στους νέους βαραίνει περισσότερο το άγχος της ανεργίας γιατί δεν έχουν καμιά εγγύηση, ότι μια μέρα θα βρουν μια οποιαδήποτε δουλειά για να ζήσουν, για να βάλλουν σε ενέργεια το ταλέντο τους, τις γνώσεις, τις πνευματικές και σωματικές τους ικανότητες για να πραγματοποιηθούν οι πόθοι και οι προσδοκίες τους για εργασία.
Η ανεργία στις καπιταλιστικές χώρες και προπαντός στις γραμμές των νέων έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που και οι ίδιοι οι ιδεολόγοι της αστικής τάξης τη χαραχτηρίζουν σαν πολύ πιο βαρύ και επικίνδυνο πρόβλημα από εκείνο των τεράστιων χρεών στα οποία έχουν οδηγήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές νεοαποικιοκρατικές δυνάμεις.
Οι άνεργοι δεν είναι μόνο το μεγάλο και αμείλικτο κατηγορώ για το καπιταλιστικό σύστημα, δεν είναι μόνο μία από τις πολλές εκδηλώσεις της πνευματικής και ηθικής κρίσης που έχει αγκαλιάσει την αστική κοινωνία, αλλά είναι ταυτόχρονα και δυναμίτιδα στο οικοδόμημά της, που μια μέρα μπορεί να εκραγεί μ' όλη τη δύναμή της. Και είναι ακριβώς η τελευταία πιθανότητα που τρομάζει περισσότερο τις εκμεταλλεύτριες τάξεις στην εξουσία και υποχρεώνει τους απολογητές τους να λογοδοτούν καθημερινά για τα μέτρα και τις δυνατότητες, που τάχα υπάρχουν για τη μείωση των σημερινών διαστάσεων της ανεργίας.
Για την ανεργία στις καπιταλιστικές χώρες οι πολιτικοί, οικονομολόγοι, κοινωνιολόγοι, κλπ κάνουν πολλές διαπιστώσεις. Προβαίνουν σε υποδείξεις και παρουσιάζουν διάφορες θεραπείες. Όλες όμως οι διαγνώσεις που έκαναν μέχρι σήμερα ήταν ανεδαφικές. Γι' αυτό και σε καμιά περίπτωση δεν έδωσαν αποτέλεσμα στο αδιέξοδο, δεν απέδωσαν συγκεκριμένα αποτελέσματα γιατί κάθε λύση που παρουσίασαν είναι ξένη, ασυμβίβαστη με την ίδια τη φύση και τη λογική αυτού του φαινομένου. Όλα τα στοιχεία και δεδομένα που σχετίζονται με την ανεργία πείθουν και δείχνουν ότι το φαινόμενο αυτό δεν είναι κάτι το τυχαίο, προσωρινό ή ζήτημα συγκυρίας αλλά μια νομοτέλεια που είναι χαρακτηριστική για την ταξική εκμεταλλευτική φύση του καπιταλιστικού συστήματος και που δε μπορεί να υπερπηδηθεί στα πλαίσια του συστήματος αυτού.
Και η ασυγκράτητη αισιοδοξία που εκδηλώνεται σχετικά με την τεχνικό - επιστημονική επανάσταση, που χαρακτηρίζει την εποχή μας, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική κατάσταση της ανεργίας. Η επανάσταση αυτή, που δημιούργησε νέες πρωτονείς δυνατότητες για την αύξηση της παραγωγής φτηνών υλικών αγαθών όχι μόνο δεν έλυσε και δεν συντείνει στην άμβλυνση του προβλήματος της ανεργίας, αλλά το βάθαινε, το όξυνε και το κατέστησε πιο σοβαρό. Είναι αλήθεια ότι η δημιουργία νέων κλάδων παραγωγής, η εφαρμογή των σύγχρονων προηγμένων τεχνολογιών δημιουργούν και νέες θέσεις εργασίες. Αλλά είναι επίσης γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι στο καπιταλιστικό σύστημα, αυτά έχουν θέσει εκτός εργασίας χιλιάδες ανθρώπους, αυξάνοντας τη μαζική και μόνιμη ανεργία.
Και οι ιδιαίτερες ενδείξεις που έρχονται από τη συγκυρία της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και τα δεδομένα που έχουν να κάνουν με τις αλλαγές που συμβαίνουν στην εθνική και διεθνή διάρθρωσή της δεν προμηνύουν καλύτερες μέρες για το πρόβλημα της ανεργίας. Γι' αυτό θα συνεχίσει να παραμένει σε υψηλά επίπεδα όχι μόνο στα αμέσως επόμενα χρόνια αλλά και απώτερα. Ακόμα και μια μικρή μείωση του αριθμού των ανέργων στις κυριότερες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες, σύμφωνα με υπολογισμούς εμπειρογνωμόνων αυτών των χωρών, θα απαιτούσε αύξηση της συνολικής εθνικής παραγωγής με μέσο ετήσιο αριθμό 5 %. Αυτό φυσικά είναι ανέφικτο, γιατί στις χώρες αυτές ακόμα και κατά τα χρόνια του λεγόμενου οικονομικού μπουμ πριν την κρίση του 1974 οι αριθμοί αυτοί αποτελούσαν εξαίρεση ή ιδιαίτερες περιπτώσεις.
Έχει αποδειχθεί και στη θεωρία και στην πράξη, ότι τα καπιταλιστικά - ρεβιζιονιστικά μονοπώλια δε δέχονται να εκμεταλλευτούν όλες τις παραγωγικές ικανότητες, να αυξήσουν την παραγωγή και να αυξήσουν αισθητά τη ζήτηση νέας εργατικής δύναμης σε περίπτωση που διακινδυνεύουν τα κέρδη τους, σε περίπτωση που δεν οδηγούν στην άνοδό τους και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητά τους. Σε περίπτωση που για τα μονοπώλια υπάρχει κίνδυνος να ζητήσουν οι εργάτες αύξηση των αποδοχών και με το σημερινό επίπεδο μισθών υπάρχουν πολλοί αστοί ιδεολόγοι που πασχίζουν να αποδείξουν, ότι τάχα οι εργάτες φταίνε οι ίδιοι που μένουν χωρίς δουλικά, γιατί ζητούν υψηλές αποδοχές. Ενώ η αλήθεια είναι ότι οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις καθορίζουν μόνες τους τον αριθμό των εργατών που θα απασχολήσουν και το ύψος του μισθού τους, ξεκινώντας από τα δικά τους κριτήρια, το κέρδος. Από το κέρδος εξαρτώνται όχι μόνο τα όρια της απασχόλησης και της ανεργίας αλλά και όλη η ζωή της αστικό - ρεβιζιονιστικής κοινωνίας. Είναι ένας σιδερένιος νόμος που δε μπορεί να αλλάξει και να υπερπηδηθεί στα πλαίσια του καπιταλισμού.
Στις συνθήκες αυτές και οι θεωρίες και ανησυχίες, τα προγράμματα και τα μέτρα που καταστρώνουν και παίρνουν τα μονοπώλια, η αστική τάξη και το κράτος της για τη δημιουργία δήθεν νέων θέσεων εργασίας, προπαντός για τη νέα γενιά, είναι μόνο δημαγωγία για να συγκαλύψουν τη σημερινή βαριά κατάσταση και τη ζοφερή προοπτική, για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των εργαζομένων μαζών και να εξασθενίσουν τον αγώνα και τα χτυπήματά τους ενάντια στο καπιταλιστικό καταπιεστικό εκμεταλλευτικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο πως την τωρινή περίοδο της τεταμένης κοινωνικής κατάστασης, οξυμένης και από την ανεργία, όλοι οι υπερασπιστές του καπιταλιστικού συστήματος από την εκκλησία, τους κληρικούς και μέχρι τους ανοιχτούς και καμουφλαρισμένους απολογητές του κάνουν εκκλήσεις για "ταξική ειρήνη" για να συγκαλύψουν την πόλωση και το χάσμα που υπάρχει μεταξύ πλουσίων και φτωχών και να σβήσουν τη φωτιά της πάλης των τάξεων.
Η πλήρης απασχόληση στο καπιταλιστικό σύστημα από θεωρητικής άποψης έχει κηρυχθεί ουτοπία και αυταπάτη και στην πράξη έχει μπει στο αρχείο. Για τη λύση του προβλήματος αυτού η αστική κοινωνία δεν ούτε ηθικές αξίες ούτε τους αναγκαίους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς θεσμούς. Η πλήρης απασχόληση, το πραγματικό δικαίωμα για εργασία και η εξασφάλιση εργασίας για όλους, η κανονική χρησιμοποίηση του ταλέντου και της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων, αυτού του αποφασιστικού παράγοντα της κοινωνικής ανάπτυξης και του πολιτισμού σ' όλους τους καιρούς της ιστορίας. Τα προβλήματα αυτά λύνονται για πρώτη φορά στη σοσιαλιστική κοινωνία. Η επίλυσή τους σημαίνει μια από τις μεγαλύτερες νίκες που σημείωσε ο σοσιαλισμός. Γι' αυτό και στο πεδίο αυτό ο σοσιαλισμός είναι το πιο ουμανιστικό σύστημα που γνώρισε η ιστορία και δείχνει ολοφάνερα την υπεροχή του επί του καπιταλισμού.

Παρασκευή, Ιουνίου 10, 2011

Οι θεωρητικολογίες των σοβιετικών ρεβιζιονιστών για το σημερινό σοβιετικό κράτος είναι άρνηση της επανάστασης

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Αρ. Φύλλου 2, Φλεβάρης 1986

Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Πολιτικο - οικονομικές Μελέτες", οργάνου του Ινστιτούτου Μαρξιστικών - Λενινιστικών Μελετών στην Κεντρική Επιτροπή του “Κόμματος Εργασίας Αλβανίας”.

Ρ.Σ. Τιράνων 29.12.85

Οι ιδέες του Μαρξ και του Ένγκελς σχετικά με την αναγκαιότητα της ανατροπής του αστικού κράτους και την εγκαθίδρυση στη θέση του, του κράτους της διχτατορίας του προλεταριάτου, είναι επίκαιρες και στις μέρες μας.

Η ιδέα σχετικά με τη συντριβή με βίαιη επανάσταση όλου του παλιού γραφειοκρατικού στρατιωτικού μηχανισμού και σχετικά με την εγκαθίδρυση της διχτατορίας του προλεταριάτου αποτελεί την ουσία της μαρξιστικής - λενινιστικής επαναστατικής κοσμοθεωρίας,, Γι' αυτό όλοι οι ρεβιζιονιστές και οπορτουνιστές κάθε απόχρωσης, την είχαν πάντα στο στόχαστρο και προσπαθούν να τη διαστρεβλώσουν, να την παραμορφώσουν και να την απορρίψουν. Αυτό προσπαθούν να κάνουν σήμερα, όπως όλοι οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, και οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές.

Σ’ αντίθεση με τη διδασκαλία του Μαρξ και του Λένιν, καθώς και με όλη την παγκόσμια επαναστατική πείρα, αρχίζοντας από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ και συνεχώς μέχρι της μέρες μας, οι σοβιετικοί θεωρητικοί προπαγανδίζουν την ιδέα σύμφωνα με την οποία, το σημερινό αστικό κράτος δεν πρέπει να ανατραπεί, αλλά να μετασχηματιστεί βαθμιαία, σε ειρηνικό και ρεφορμιστικό δρόμο, σε κράτος σοσιαλιστικού τύπου.

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές ισχυρίζονται ότι στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες συνέβηκαν και συμβαίνουν σημαντικές θετικές εξελίξεις, που βαθαίνουν συνεχώς τόσο στην οικονομική βάση όσο και στο εποικοδόμημα, στην ταξική δομή και σ’ όλη την κοινωνική ζωή αυτών των χωρών. Στα γραπτά των ρεβιζιονιστών υπογραμμίζεται, ότι η αστική τάξη ενισχύοντας τα στοιχεία της σελιδοποίησης και διευρύνοντας τις διαστάσεις της κρατικής ιδιοχτησίας γκρεμίζει έτσι την ατομική καπιταλιστική βάση της αστικής κοινωνίας και γι’ αυτό, σύμφωνα μ’ αυτούς, σήμερα στις βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες διαπιστώνεται η ουσιαστική εξέλιξη των καπιταλιστικών σχέσεων, που βρίσκει την έκφραση της πρώτα απ’ όλα στην ενίσχυση του κρατικού μονοπωλίου.

Με τέτοιες θεωρητικολογίες οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θέλουν να πουν ότι στις μέρες μας βαθμιαία εξαλείφεται από μόνη της, μέσα στα πλαίσια του παλιού αστικού συστήματος, η καπιταλιστική ατομική ιδιοχτησία στα μέσα παραγωγής και σαν συνέπεια σημειώνονται επίσης αυθόρμητα αλλαγές και θετικές και ουσιαστικές εξελίξεις και σ’ όλες τις σχέσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των αλλαγών και θετικών εξελίξεων στην καπιταλιστική οικονομία συνέβηκαν και συμβαίνουν, σύμφωνα με του σοβιετικούς ρεβιζιονιστές, θετικές εξελίξεις και στα κυριότερα στοιχεία του καπιταλιστικού εποικοδομήματος ……. της αστικής δημοκρατίας και ..... της μονοπωλιακής δημοκρατίας. Τό περιοδικό "Βαπρόσι φιλοζόφι" ισχυρίζεται ότι στις καπιταλιστικές χώρες υπάρχει ......... της αστικής δημοκρατίας και ότι στις συνθήκες αυτές η εξουσία των μονοπωλίων κρατιέται όχι απλώς με τη φυσική βία, αλλά στηρίζεται σε μια ορισμένη κοινωνική βάση, στο σύστημα των συμμαχιών δημιουργημένων από την άρχουσα τάξη. Γι’ αυτό σύμφωνα με το περιοδικό αυτό, εφ’ όσον στις χώρες αυτές η κρατική εξουσία διευθύνεται από την ελίτ των τεχνοκρατών, η εργατική τάξη για να πάρει την εξουσία, πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέψει αυτή την κοινωνική βάση της κρατικομονοπωλιακής κυριαρχίας.

Συνεπώς, σύμφωνα με τους ρεβιζιονιστές, το προλεταριάτο για νάρθει στην εξουσία δεν είναι λέει απαραίτητο να γκρεμίσει από τα θεμέλια τον αστικό γραφειοκρατικό στρατιωτικό μηχανισμό και να εγκαθιδρύσει τη δική του προλεταριακή διχτατορία, όπως τονίζουν οι Μαρξ και Λένιν, αλλά να αρκεστούν μόνο στο χάλασμα των συμμαχιών δημιουργημένων από τις άρχουσες τάξεις.

Οι διαδόσεις αυτές και ψευτοεπιχειρήματα κατασκευασμένα αυθαίρετα από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές καθώς και τα συμπεράσματα που εξάγουν απ’ αυτά είναι εξολοκλήρου αντιεπιστημονικά, είναι σ’ αντίθεση με τα διδάγματα του μαρξισμού - λενινισμού και με την πραγματικότητα και την κατάσταση σ’ αυτές τις χώρες και με τις σημερινές εξελίξεις στον κόσμο.

Το ψευτοεπιχείρημα που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές προβάλλουν για να επιβεβαιώσουν τις λεγόμενες "ξαφνικές εξελίξεις" (;) είναι η αύξηση των διαστάσεων που έχει πάρει στις μέρες μας ο κρατικός τομέας της οικονομίας στις καπιταλιστικές χώρες. Το μεγάλωμα του κρατικού καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας, το ονομάζουν βασικό παράγοντα για την εξάλειψη της καπιταλιστικής ατομικής βάσης της αστικής κοινωνίας, για το συνεπή περιορισμό των καπιταλιστικών σχέσεων στην παραγωγή.

Με τους ισχυρισμούς τους, για ύπαρξη στις βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες αναπτυγμένου συστήματος της αστικής δημοκρατίας και ότι στις συνθήκες αυτές η μονοπωλιακή εξουσία κρατιέται όχι με τη χρήση της φυσικής βίας ή του εξαναγκασμού, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, όπως και όλοι οι οπορτουνιστές και ρεβιζιονιστές παλιοί και νέοι, προπαγανδίζουν την αντιμαρξιστική ιδέα σύμφωνα με την οποία η αστική δημοκρατία είναι τάχα υπερταξική και όμοια για όλους, τόσο για την αστική τάξη που θα είναι στην εξουσία όσο και για το προλεταριάτο και τις πλατιές εργαζόμενες μάζες που υποβάλλονται σε άγρια καταπίεση και εκμετάλλευση, ότι και η αστική διχτατορία έχει αμβλυνθεί τάχα και βαίνει προς την απονέκρωση.

Ο Λένιν στην εποχή του καταπολέμησε αμείλιχτα και με συνέπεια τις απόψεις αυτές του Καούτσκυ και των άλλων οπορτουνιστών, σχετικά με την αγνή υπερταξική δημοκρατία σαν κάτι το κοινό και της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Ο Λένιν εξηγεί επιστημονικά ότι κάθε δημοκρατία έχει πάντα έντονο ταξικό χαραχτήρα και χρησιμεύει σαν δημοκρατία μονάχα για την άρχουσα τάξη και σαν διχτατορία για την άλλη αντίπαλη τάξη. Τα διδάγματα αυτά και συμπεράσματα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και την αστική διχτατορία όχι μόνο είναι πολύ επίκαιρα αλλά έχουν γίνει σήμερα πιο ξεκάθαρα και επιταχτικά.

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα εξήγησε και επιχειρηματολόγησε με πολλά θεωρητικά και πραχτικά αποδειχτικά, ότι η χρηματιστική ολιγαρχία για να εξασφαλίσει την κυριαρχία της δε σταματά μπροστά σε κανένα μέσο, επιβάλλοντας και υποστηρίζοντας παντού την πολιτική αντίδραση. Έχει ενισχύσει και ενισχύει σημαντικά και συνεχώς, και όσο ποτέ άλλοτε, τα άγρια μέσα της βίας, όλα τα καταπιεστικά και κατασταλτικά της όργανα και μηχανισμούς, ενισχύει επίμονα και με όλα τα μέσα και τρόπους τον έλεγχο της διχτατορίας της πάνω σε κάθε κίνημα του προλεταριάτου, των εργαζομένων μαζών και των επαναστατών και προοδευτικών ανθρώπων. Η τάση που φαίνεται καθαρά σήμερα στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές χώρες, είπε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα, είναι η αύξηση της αστικής βίας και ο περιορισμός των δημοκρατικών δικαιωμάτων.

Με τα ψευτοεπιχειρήματα και τις ψευτοθεωρίες τους, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές για να σαμποτάρουν την επανάσταση προσπαθούν επίσης να αποδείξουν ότι το σημερινό αστικό κράτος, ιδιαίτερα αυτό που υπάρχει στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, έχει μεταβληθεί και έχει εξελιχθεί τόσο πολύ που σήμερα στις συνθήκες της αναπτυγμένης δημοκρατίας δεν είναι πια όπλο στα χέρια της μονοπωλιακής αστικής τάξης, αλλά έχει γίνει τάχα ουδέτερο, δεν ενεργεί πια ή ενεργεί ελάχιστα με αντιδραστική βία.

Αυτό όμως, είναι σε κατάφορη αντίθεση με τη διδασκαλία των Μαρξ - Λένιν και με την πραγματικότητα που υπάρχει α αυτές τις χώρες. Το εκμεταλλευτικό κράτος από τότε που γεννήθηκε και όσο θα υπάρχει, διατηρεί τον έντονο ταξικό του χαραχτήρα. Είναι πάντα όπλο στα χέρια της πλουτοκρατίας για να κρατήσει σε υποταγή τη φτωχή τάξη και να καταστέλλει την αντίσταση των αντιπάλων της χρησιμοποιώντας τον εξαναγκασμό, την άγρια αντιδραστική βία και με το πέρασμα στη φάση του ιμπεριαλισμού το αστικό κράτος μένει όπλο στα χέρια της μονοπωλιακής αστικής τάξης για να κρατεί σε υποταγή το προλεταριάτο, τις εργαζόμενες μάζες και τους λαούς και να καταπνίγει κάθε επαναστατικό κίνημα και αγώνα για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση.

Οι θεωρητικολογίες για τις αλλαγές που επέδρασαν δήθεν θετικά στην οικονομία και στο καπιταλιστικό εποικοδόμημα γίνονται από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές για να στηρίξουν τις απόψεις τους περί διείσδυσης της εργατικής τάξης και την κατάληψη από μέρους της σημαντικών θέσεων μέσα στο σημερινό αστικό κράτος. Εννοώντας και ερμηνεύοντας με εντελώς αντιμαρξιστικό τρόπο την ουσία και τις λειτουργίες του αστικού κράτους, το περιοδικό "Βαπρόσι φιλοζόφι" γράφει, ότι τάχα στη σημερινή εποχή στις ιμπεριαλιστικές χώρες διευρύνονται τα κανάλια επίδρασης επί του αστικού κράτους στις λειτουργίες και τα διάφορα όργανά του από μέρους της εργατικής τάξης, ότι έχουν διευρυνθεί δήθεν οι δυνατότητες και ενέργειες των δημοκρατικών δυνάμεων, της εργατικής τάξης μέσα στο αστικό κράτος. Γι’ αυτό, σύμφωνα μ’ αυτούς, σ’ αυτές τις χώρες στην εργατική τάξη έχουν ανοίξει λέει μεγάλες προοπτικές να καταλάβει σημαντικές θέσεις μέσα στο αστικό κράτος. Απ’ εδώ καταλήγουν στο ουτοπικό και ρεφορμιστικό συμπέρασμα, ότι στις συνθήκες αυτές μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί ο μεταβατικός πολιτικός σχηματισμός προς την εγκαθίδρυση της πολιτικής κυριαρχίας της εργατικής τάξης.

Απ’ όλα αυτά οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές συμπεραίνουν, ότι η μετάβαση στο σοσιαλισμό των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών καθώς και εκείνων με περιορισμένη οικονομική και μορφωτική ανάπτυξη να γίνει χωρίς να χρειαστεί η βίαιη επανάσταση και συνεπώς χωρίς το γκρέμισμα του αστικού κράτους και χωρίς την εγκαθίδρυση της διχτατορίας του προλεταριάτου.

Μ’ αυτές τις απόψεις και τις απόλυτα αντιμαρξιστικές διακηρύξεις,, αυτοί επιδιώκουν να ανακόψουν το προτσές της ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας. Η βίαιη όμως προλεταριακή επανάσταση, το γκρέμισμα του παλιού κρατικού μηχανισμού, η εγκαθίδρυση και η αδιάκοπη ενίσχυση της διχτατορίας του προλεταριάτου, κάτω από την καθοδήγηση του συνεπούς μαρξιστικού - λενινιστικού κόμματος της εργατικής τάξης, είναι γενικοί νόμοι απαραίτητοι για όλες τις χώρες που μπαίνουν στο δρόμο του σοσιαλισμού και αργότερα του κομμουνισμού.

Με τις θεωρητικολογίες τους, ότι στις μέρες μας η εργατική τάξη έχει δήθεν μεγάλες δυνατότητες να επιδράσει στις λειτουργίες και στα όργανα του αστικού κράτους και να καταλάβει σ’ αυτό σημαντικές θέσεις και βαθμιαία να το μετατρέψει σε σοσιαλιστικό κράτος, θέλουν να πουv ότι οι αντίπαλες τάξεις της σημερινής αστικής κοινωνίας, προπαντός των βιομηχανικών καπιταλιστικών κρατών, έχουν υποστεί τάχα αλλαγές στη φύση και στα χαραχτηριστικά και έχουν προσεγγίσει τόσο πολύ μεταξύ τους που μπορούν να έχουν ίση εξουσία στο σημερινό αστικό κράτος. Οι τάξεις όμως μέσα στο καταπιεστικό και εκμεταλλευτικό κοινωνικο - οικονομικό σύστημα, σύμφωνα με τη μαρξιστική φιλοσοφία, δε μπορούν να αλλάξουν τη φύση τους σύμφωνα με την υποκειμενική επιθυμία και με μια μονοκονδυλιά των ρεβιζιονιστών, γιατί βρίσκονται σε ορισμένες αντικειμενικές υλικές συνθήκες. Έχουν διαφορετικές σχέσεις με τα μέσα παραγωγής και κατέχουν καθορισμένες και διαφορετικές θέσεις στο σύστημα της κοινωνικής παραγωγής και συνεπώς παίζουν και διαφορετικούς ρόλους στην κοινωνία και στην ανάπτυξή τους.

Παρουσιάζοντας την κατάσταση σάμπως στις καπιταλιστικές χώρες έχουν σβήσει και εξαλείφονται οι διαφορές ανάμεσα στις αντίπαλες τάξεις, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θεωρητικολόγοι αφήνουν επίσης να εννοηθεί ότι και τα βασικά υλικά και πολιτικά συμφέροντα αυτών των τάξεων έγιναν ή σχεδόν έγιναν όμοια. Αυτό σημαίνει ότι και η πάλη των τάξεων μεταξύ τους βαίνει προς την απονέκρωση και χάνει το νόημά της.

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα αναλύοντας την κατάσταση και τις σημερινές εξελίξεις απέδειξε, ότι η αστική κοινωνία όχι μόνο είναι χωρισμένη οε αντίθετους πόλους αλλά και ότι η πόλωση αυτή, στις μέρες μας, βάθυνε ακόμα περισσότερο και έχουν οξυνθεί όσο ποτέ όλες οι αντιθέσεις της.

Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι σε όλες τις αστικό - ρεβιζιονιστικές χώρες η καταπίεση και η εκμετάλλευση όχι μόνο δεν έχει περιοριστεί και εξαλειφθεί, αλλά αντίθετα αυξήθηκε και εντάθηκε ακόμα περισσότερο. Αυτό το δείχνει καθαρά ο δείχτης της νόρμας της υπεραξίας που έχει αυξηθεί με πολύ γρήγορους ρυθμούς σ’ όλες αυτές τις χώρες. Από 300 -350 % που ήταν η νόρμα αυτή σε ιδιαίτερους κλάδους στις κυριότερες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες στα 1950, αυξήθηκε σε 500 - 550 % στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70. Με γρήγορους ρυθμούς αυξήθηκε η νόρμα της υπεραξίας και στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Από την άλλη το βιοτικό επίπεδο του προλεταριάτου των καπιταλιστικών χωρών μειώνεται συνεχώς. Έτσι στη βιομηχανία επεξεργασίας των ΕΠΑ, οι πραγματικές αποδοχές των εργατών το 1944 κάλυπταν το 80,9 % των στοιχειώδικων αναγκών της ζωής, στα 1965 κάλυπταν το 71 % και στα 1975 μόνο το 66 %. Στις άλλες καπιταλιστικές χώρες στην Αγγλία, Ιταλία, Γαλλία, Ιαπωνία και αλλού η διαφορά αυτή είναι ακόμα μεγαλύτερη. Αυτά δείχνουν την άγρια εκμετάλλευση των πλατιών εργαζομένων μαζών, το παραπέρα βάθεμα της πόλωσης της σημερινής αστικής κοινωνίας, αλλά και την αντίθεση των βασικών υλικών και πολιτικών συμφερόντων του προλεταριάτου και της αστικής τάξης, τάξεις αυτές που παραμένουν πάντα αντίπαλες σε αγώνα ζωής ή θανάτου μεταξύ τους.

Ο μαρξισμός - λενινισμός επιχειρηματολογεί επιστημονικά, ότι οι χώρες όπου έχουν επιβληθεί απόλυτα οι οικονομικές σχέσεις του καπιταλισμού θα περάσουν στο σοσιαλισμό όταν ανατραπεί από την εξουσία η αστική τάξη με τη βίαιη προλεταριακή επανάσταση και εγκαθιδρυθεί άμεσα η διχτατορία του προλεταριάτου.

Σ’ αντίθεση μ’ αυτή τη μεγάλη αλήθεια, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές πραγματεύονται κατά τρόπο ιδεαλιστικό και ρεφορμιστικό το πρόβλημα της επανάστασης και της μετάβασης στο σοσιαλισμό των βιομηχανικών καπιταλιστικών χωρών, δείχνοντας έτσι το παραπέρα βύθισμά τους στο ρεφορμισμό, τον οπορτουνισμό και τον ρεβιζιονισμό. Τη διαδικασία της μετάβασης αυτών των χωρών στο σοσιαλισμό την παρουσιάζουν σαν μετάβαση που πρέπει να γίνει μέσω των μεταβατικών πολιτικών μετασχηματισμών, που σύμφωνα μ’ αυτούς, θα γίνουν βαθμιαία μέσω των ενδιάμεσων βαθμίδων περνώντας, όπως προπαγανδίζεται στη σημερινή ρεβιζιονιστική σοβιετική λογοτεχνία, από την αστική δημοκρατία σε κάποια δημοκρατία αντιμονοπωλιακή κι από εκεί στην εξουσία της εργατικής τάξης, από το αστικό κράτος σ’ ένα κράτος δημοκρατικό επαναστατικό και μετά στο σοσιαλιστικό κράτος.

Στα δημοσιεύματα των σοβιετικών ρεβιζιονιστών κερδοσκοπώντας με τις θετικές τάχα εξελίξεις που έγιναν και γίνονται στις καπιταλιστικές χώρες με υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για το πέρασμα των χωρών αυτών στο σοσιαλισμό είναι απαραίτητο τα ενδιάμεσα στάδια που έχουν σαν χαραχτηριστικά τους μεταβατικούς τύπους των οικονομικών και κοινωνικο - πολιτικών σχέσεων, ότι ώσπου ν’ αρχίσει το πέρασμα στο σοσιαλισμό, η αντιμονοπωλιακή δημοκρατία περιλαμβάνει μια ολόκληρη περίοδο επαναστατικού αγώνα όπου υπάρχουν στοιχεία του καπιταλισμού αλλά ταυτόχρονα σε εμβρυώδικη μορφή και του σοσιαλισμού, ότι, σύμφωνα μ’ αυτούς, αφού θα υπάρχει αντιμονοπωλιακή δημοκρατία αρχίζει το ριζικό στάδιο πολλών βαθμίδων που οδηγεί σταδιακά σε βαθιούς σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς.

Με τις απόψεις τους για τον σημαντικό, ειρηνικό και απόλυτο ρόλο των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές βγήκαν ενάντια στις βασικές αρχές του μαρξισμού-λενινισμού και τους γενικούς νόμους της κοινωνικής ανάπτυξης, ενάντια στα μέσα και στις πραγματικά επαναστατικές μέθοδες της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Η θεωρία του Μαρξ έχει αποδείξει από καιρό τώρα και με μεγάλη ακρίβεια το ασύστατο της ιδεαλιστικής αυτής αντίληψης της μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό χωρίς βίαιη επανάσταση ενάντια στην αστική τάξη και τις άλλες εκμεταλλεύτριες τάξεις. Ο Λένιν υπερασπίζοντας με συνέπεια τη θεωρία του Μαρξ από τις οπορτουνιστικές παραποιήσεις, χαραχτήρισε την αντίληψη αυτή σαν την μεγαλύτερη τρέλα, τον πιο εξωφρενικό ουτοπισμό και μικροαστικό δημοκρατικό και αναρχικό παραλογισμό.

Το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα υπεράσπισαν πάντα με συνέπεια τις βασικές αρχές και τους γενικούς νόμους της κοινωνικής ανάπτυξης μ’ αποφασιστικό αγώνα ενάντια στις διαστρεβλώσεις των σημερινών σύγχρονων ρεβιζιονιστών. Έχει πια επιβεβαιωθεί, υπογράμμισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζα, ότι σοσιαλισμός χωρίς την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας, χωρίς το γκρέμισμα του αστικού κράτους δε μπορεί να υπάρξει. Δε μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς την καθιέρωση της κοινωνικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής, χωρίς εξαίρεση και σ’ όλους τους τομείς, χωρίς την εγκαθίδρυση της διχτατορίας του προλεταριάτου.

Τρίτη, Ιουνίου 07, 2011

OI ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΕΝΒΕΡ ΧΟΤΖΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΟ ΕΚΦΥΛΙΣΜΟ, ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΟ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΕΜΠΛΟΥΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ – ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΥ

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Αρ. Φύλου 8, Αύγουστος 1985

Ρ.Σ. Τιράνων 19.5.1985

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια εντάσσεται α εκείνους τους επαναστάτες που πρόσφερε μεγάλη και ιδιαίτερη συμβολή στην ανάπτυξη της θεωρητικής μαρξιστικής - λενινιστικής σκέψης.

Στο θεμέλιο του έργου και της θεωρητικής του σκέψης βρίσκεται η αθάνατη κοσμοθεωρία των Μαρξ - Ένγκελς - Λένιν και Στάλιν, θεωρία που ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια την υπεράσπισε με αρχειακότητα, την εφάρμοσε στη ζωή με αποφασιστικότητα και συνέπεια και την ανέπτυξε και πλούτισε παραπέρα με νέες ιδέες, θέσεις και συμπεράσματα.

Σχετικά μ’ αυτό μια από τις μεγαλύτερες αξίες του σύντροφου Ενβέρ Χότζια, σαν θεωρητικού και μεγάλου επαναστάτη, είναι το ότι έδωσε απάντηση στο μεγάλο πρόβλημα που έβγαλε στη σκηνή η προδοσία των σύγχρονων ρεβιζιονιστών και προπαντός των χρουτσωφικών ρεβιζιονιστών για τον κίνδυνο της γέννησης του ρεβιζιονισμού και της οπισθοδρόμησης της επανάστασης και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια ανέλυσε θεωρητικά ότι ο κίνδυνος αυτός δεν ήταν μοιραίος και ότι μπορούσε να αποτραπεί ολοκληρωτικά. Ταυτόχρονα ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, φωτίζοντας και οδηγώντας πάντα μπροστά την επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην Αλβανία, πρόσφερε σημαντική συμβολή και στη δημιουργία μιας νέας πείρας στην κατεύθυνση αυτή, πείρα που αποτελεί μια καινούργια συμβολή στη θεωρία και στην πράξη του επιστημονικού σοσιαλισμού,

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στα διάφορα έργα του, στις εισηγήσεις στα συνέδρια του ΚΕΑ, έκανε βαθιές αναλύσεις όλης της διαδικασίας του εκφυλισμού του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, επισημαίνοντας και τα αίτια και τις ιστορικές συνθήκες αυτής της διαδικασίες. Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια αποκάλυψε, ότι η διαδικασία αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία αλλά ήταν αποτέλεσμα και συνέπεια μερικών αιτίων, αντικειμενικού και υποκειμενικού χαραχτήρα, και της επίδρασης ορισμένων συγκυριών που δημιουργήθηκαν στην περίοδο μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στα πλαίσια αυτά, ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια επισημαίνει την επίδραση της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού, προπαντός του αμερικάνικου, μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, στη γέννηση του ρεβιζιονισμού και το ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες. Την περίοδο αυτή, που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός άρχισε να παίζει το ρόλο του αρχηγού, βγήκε με τη γενική στρατηγική της κυριαρχίας του κόσμου. Κύριος στόχος αυτής της στρατηγικής ήταν η εκμηδένιση του σοσιαλισμού, των κομμουνιστικών κομμάτων, η υπονόμευση των επαναστατικών κομμουνιστικών κινημάτων της εργατικής τάξης και του απελευθερωτικού αγώνα των λαών του κόσμου. Στο κέντρο αυτής της επιθετικής στρατηγικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού τέθηκε η καταστροφή του σοσιαλιστικού στρατοπέδου Ενάντια στο στρατόπεδο αυτό, άρχισε να ασκείται μεγάλη και ολόπλευρη πίεση στρατιωτική, ιδεολογική, οικονομική και πολιτική. Όσο ζούσε ο Στάλιν, το Μπολσεβίκικο Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης αντιμετώπισε με επιτυχία την πίεση αυτή. Μετά το θάνατό του, ο Χρουτσώφ και η κλίκα του εναγκαλίστηκαν με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, άρχισαν την πολιτική του συμβιβασμού και της συνεργασίας μαζί του. Έτσι η ιμπεριαλιστική πίεση απέβητε μια από τις θεμελιώδικες και κυριότερες αιτίες, αντικειμενικού χαραχτήρα, που οδήγησαν στην εμφάνιση του χρουτσωφικού ρεβιζιονισμού, ο οποίος, όπως είπε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, έγινε ο κυριότερος μοχλός της αντεπανάστασης, του εκφυλισμού του σοσιαλισμού και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. "Η εμφάνιση της ρεβιζιονιστικής ομάδας του Χρουτσώφ", τόνισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, "ήταν η μεγαλύτερη πολιτική και η ιδεολογική νίκη της στρατηγικής του ιμπεριαλισμού ύστερα από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αντεπαναστατική ανατροπή στη Σοβιετική Ένωση χαροποίησε υπερβολικά τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές και όλες τις άλλες καπιταλιστικές δυνάμεις, γιατί το ισχυρότερο σοσιαλιστικό κράτος, το στήριγμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης των λαών, εγκατέλειπε το δρόμο του σοσιαλισμού και του μαρξισμού - λενινισμού και θα μετατρέπονταν σε στήριγμα στη θεωρία και στην πράξη, της αντεπανάστασης, του καπιταλισμού" (Ενβέρ Χότζια. "Ιμπεριαλισμός και Επανάσταση", σελ. 17, Αθήνα 1979).

Παράλληλα όμως με τις πιέσεις απ’ έξω του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, σημαντικό ρόλο στην αντεπαναστατική στροφή έπαιξε και η αστική επίδραση από μέσα. Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια τόνισε, ότι οι κυριότερες και καθοριστικές αιτίες της γέννησης του ρεβιζιονισμού και του ρεβιζιονιστικού εκφυλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες έπρεπε να αναζητηθούν, κατά κύριο λόγο. στις ελλείψεις, στις αδυναμίες και στις θέσεις των ίδιων των κομμουνιστικών κομμάτων, στη μη εφαρμογή των επαναστατικών κανόνων και αρχών στην εσωτερική ζωή του κόμματος, στις αδυναμίες και τις ελλείψεις στην ιδεολογική διαπαιδαγώγηση των στελεχών, των κομμουνιστών και των εργαζομένων, και στην απόσπαση του κόμματος κα της καθοδήγησής του από τις πλατιές εργαζόμενες μάζες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια έβγαλε το συμπέρασμα, ότι ο ρεβιζιονιστικός εκφυλισμός είχε σαν κύρια αιτία τον εκφυλισμό του εποικοδομήματος, ιδιαίτερα τον εκφυλισμό του κόμματος και της διχτατορίας του προλεταριάτου, που μετατράπηκαν από τους ρεβιζιονιστές από μοχλούς της επανάστασης και όργανα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, σε μοχλούς της αντεπανάστασης και της παλινόρθωσης του καπιταλισμού.

Ακριβώς για να φραχτεί ο δρόμος στον κίνδυνο αυτό, ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια καθόρισε έγκαιρα ένα σημαντικό πρόγραμμα μέτρων για την επαναστατικοποίηση του κόμματος και της διχτατορίας του προλεταριάτου και όλης της ζωής της χώρας, σαν αποφασιστικό όρο αποτροπής του κινδύνου της γέννησης του ρεβιζιονισμού και του εκφυλισμού του σοσιαλισμού και της προώθησης μέχρι τέλους της επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Μεγάλη σημασία έχουν τα συμπεράσματα που έβγαλε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, σχετικά με τις θεωρίες της ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης, σαν κύριο όπλο του εκφυλισμού της διχτατορίας του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού. Η ουσία αυτής της αντεπανάστασης, επισήμανε ο σύντροφος Ενβέρ, ήταν η γραφειοκρατικοποίηση και ο εκφιλελευθερισμός του κόμματος, του κράτους και όλης της ζωής της χώρας, η βαθιά δημιουργία ενός στρώματος προνομιούχων στελεχών, σαν την κύρια βάση του ρεβιζιονισμού. Η μετατροπή του κόμματος και του κράτους σε όπλο στα χέρια αυτού του κόμματος γραφειοκρατών και τεχνοκρατών για τον εκφυλισμό όλης της βάσης του σοσιαλιστικού εποικοδομήματος και τελικά της παλινόρθωσης του καπιταλισμού. Η αντεπανάσταση αυτή έγινε ήσυχα, βαθμιαία και αθόρυβα καλυπτόμενη με σοσιαλιστικά και μαρξιστικά - λενινιστικά συνθήματα και προσωπεία.

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια από την πλατιά ανάλυση του ρεβιζιονιστικού εκφυλισμού, αποκάλυψε και την ουσία του σύγχρονου ρεβιζιονισμού σαν προϊόν της πίεσης της αστικής τάξης πάνω στην εργατική τάξη και τον αγώνα της. Δίνοντας τον ορισμό αυτό για το ρεβιζιονισμό, ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, έθεσε επιταχτικά και την ανάγκη της πάλης εναντίον του, σαν προϋπόθεση για την νίκη της επανάστασης και του σοσιαλισμού και την υπεράσπιση της καθαρότητας του μαρξισμού - λενινισμού σαν νικήτρια ιδεολογία του προλεταριάτου. "Η χρουτσωφική προδοσία", τόνισε ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, "ήταν μεγάλη. Αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να υποστείλει την ένδοξη σημαία του μαρξισμού - λενινισμού, την οποία κρατούν πάντα ψηλά οι πραγματικοί επαναστάτες, εκατομμύρια άνθρωποι που πιστεύουν στην ανεξάντλητη δύναμή του". Ενώ ο χρουτσωφικός ρεβιζιονισμός ξεσκεπάστηκε σαν αντεπαναστατική ιδεολογία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και σαν μηχανοκρατική πολιτική για παγκόσμια κυριαρχία, ο μαρξισμός - λενινισμός έμεινε η ιδεολογία που οδηγεί στη νίκη της επανάστασης και στην απελευθέρωση των λαών.

Δευτέρα, Ιανουαρίου 24, 2011

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΑΛΒΑΝΙΑ: ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΟΥ - ΒΑΣΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Σημείωση του blog: Τα πιθανά λάθη (τμήματα κείμενου μη απομαγνητοφωνημένα, σημεία στίξης ...) οφείλονται σε κακή μαγνητοφώνηση και απομαγνητοφώνηση, σε έλλειψη καλής γνώσης της γλώσσας μας και σε άσχημη λήψη λόγω εσκεμμένων παρεμβολών στις εκπομπές του Ρ.Σ.Τιράνων.

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΑΛΒΑΝΙΑ

ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΟΥ - ΒΑΣΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Ρ.Σ. Τιράνων, 13.7.1984

Το στήριγμα στις δυνάμεις σου είναι μια μεγάλη μαρξιστική - λενινιστική Αρχή με βαθύ επαναστατικό περιεχόμενο, που πηγάζει από τον αποφασιστικό ρόλο του εσωτερικού παράγοντα στην επανάσταση και στη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Από την Αρχή αυτή, το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και ο αλβανικός λαός, έχουν καθοδηγηθεί στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα καθώς και στην πάλη για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και την υπεράσπιση της πατρίδας.

Η ιστορία έχει διδάξει στον αλβανικό λαό ώστε για την νίκη της λευτεριάς και την υπεράσπιση της πατρίδας του αυτός έπρεπε να στηρίζονταν στις δυνάμεις του. Το δίδαγμα αυτό της ιστορίας και το στήριγμα στις δικές σου δυνάμεις ………..το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας, σημερινό Κόμμα Εργασίας Αλβανίας το τόνισε με δύναμη από την ίδρυσή του ακόμα.

Στα χρόνια του αντιφασιστικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, όταν ο αλβανικός λαός ξεσηκώθηκε όλος στο πόδι για την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζι-φασίστες καταχτητές και τους ντόπιους προδότες, το κόμμα διευκρίνισε στις μάζες ότι η λευτεριά δεν δωρίζεται αλλά κερδίζεται από τον ίδιο τον λαό.

Και μετά την απελευθέρωση της χώρας το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας έχει ακολουθήσει μια τέτοια πολιτική που έκανε τη χώρα ολότελα ανεξάρτητη, ικανή να βαδίζει μόνη της χωρίς βοήθεια και υποδουλωτικές συμφωνίες και πιστώσεις στους ξένους, να αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς και να ανεβάζει συνεχώς την ευημερία του λαού.

Η Αλβανία έχει σήμερα μια σίγουρη και ακατάβλητη άμυνα, η οποία δεν στηρίζεται ούτε στις στρατιωτικές συμμαχίες και τις ατομικές ομπρέλες των υπερδυνάμεων και ούτε στις διεθνείς συγκυρίες. Στην περιφρούρηση των συνόρων της πατρίδας και των καταχτήσεων του σοσιαλισμού στέκει ένας ολόκληρος λαός, έτοιμος να δώσει την αρμόζουσα απάντηση σε κάθε επιδρομέα.

Με τους ανθρώπους της καταρτισμένους στα σχολεία της, η Αλβανία είναι σε θέση να λύνει και τα πιο περίπλοκα προβλήματα οικονομικής και κοινωνικής, τεχνικής και επιστημονικής ανάπτυξης, να σχεδιάζει και να οικοδομεί ορυχεία, φάμπρικες, εργοστάσια, υδροηλεκτρικούς σταθμούς, λιμένες και σκάφη, μεγάλα αρδευτικά και αποχετευτικά έργα, σιδηροδρομικές γραμμές, πολυώροφες πολυκατοικίες και σημαντικά πολιτιστικά ιδρύματα.

Το κάθε τι το έχουμε οικοδομήσει μόνοι μας, με τον ιδρώτα του μετώπου, με τον μόχθο και τις γνώσεις των θυγατέρων και των γιών μας, έχει πει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια σε μια ομιλία με μια ομάδα εργατών.

Η μεγαλειώδικη πραγματικότητά μας δεν μπορούσε να δημιουργηθεί από μερικά λεγόμενα «σοσιαλιστικά κράτη», που κάτω από το κάλυμμα της «βοήθειας» περισσότερα μας άρπαξαν παρά μας έδωσαν. Όχι μόνο τόσο αλλά και αυτές τις υποστηριζόμενες βοήθειες τους, τις επιστρέψαμε σ’ αυτούς μέχρι ενός.

Το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας στην οικοδόμηση της χώρας έχει μείνει στην άποψη, ότι κάθε ανεξάρτητη χώρα, κυρίαρχη - σοσιαλιστική πρέπει να κινητοποιήσει όλο το λαό και να καθορίσει σωστά την οικονομική πολιτική και να πάρει όλα τα μέτρα για την εκμετάλλευση όπως πρέπει κατά τον πιο καλό τρόπο όλου του πλούτου της χώρας και τον πλούτο αυτό να τον διαχειριστεί με οικονομία και να τον αυξήσει σ’ όφελος του λαού και να μην επιτρέψει την καταλήστεψη από τους άλλους.

Η πείρα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας δείχνει, ότι η Αρχή αυτή της στήριξης στις δυνάμεις σου, βρίσκει την απαιτούμενη εφαρμογή όταν τα απαραίτητα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής, της παιδείας και της κουλτούρας, για την υπεράσπιση της χώρας εξασφαλίζονται από τις εσωτερικές πηγές, όταν δημιουργείται και ισχυροποιείται αδιάκοπα μια πολύκλαδη οικονομία, μια προοδευμένη βιομηχανία και γεωργία, μια αναπτυγμένη επιστήμη και κουλτούρα, όταν εξασφαλίζεται μια ακατάβλητη αμυντική δύναμη.

Σαν αποτέλεσμα της εφαρμογής της Αρχής της στήριξης στις δυνάμεις σου, η Αλβανία μπόρεσε να σημειώσει υψηλά επίπεδα ανάπτυξης που είναι ασύγκριτα όχι μόνο με την προπολεμική εποχή αλλά και με εκείνα πριν 20 χρόνια.

Στις δυο τελευταίες δεκαετίες π.χ. οι δείχτες της οικονομικο - κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας έχουν ξεπεράσει 2-4 φορές τον αριθμό ...... του πληθυσμού, τη στιγμή που οι αστικό - ρεβιζιονιστικές χώρες μαστίζονται από μια βαριά οικονομική και χρηματιστική κρίση.

Η Αλβανία που μπήκε στο δρόμο του σοσιαλισμού, όντας μια απόλυτα καθυστερημένη αγροτική χώρα, μπορεί να ικανοποιεί σήμερα όλες τις ανάγκες της σε καύσιμες ύλες, υγρά καύσιμα και άλλες πρώτες ύλες και να εξάγει, περισσεύματα.

Στη χώρα παράγονται επίσης χυτοσίδηρος, ατσάλι, χημικά λιπάσματα, μηχανήματα και εξαρτήματα, καλύπτοντας το 95 % των αναγκών σε ανταλλακτικά.

Η σοσιαλιστική γεωργία εξασφαλίζει τις ανάγκες του λαού σε σιτηρά και μαζί με την ελαφρά και επισιτιστική βιομηχανία ικανοποιεί πάνω από το 85 % των αναγκών του λαού σε προϊόντα πλατιάς χρήσης.

Η αλβανική σοσιαλιστική οικονομία αναπτύσσεται χωρίς πληθωρισμό. Τα οικονομικά ήταν και είναι ισχυρά, τα έσοδα μεγαλύτερα από τις δαπάνες. Η εξαγωγική δύναμη της χώρας αυξάνεται συνεχώς, κάνοντας απόλυτα δυνατή την κάλυψη των απαραίτητων εισαγωγών, τη δημιουργία ενός ενεργού συναλλαγματικού ισοζυγίου, τη στιγμή που στις εκβιομηχανισμένες χώρες από βιομηχανικής άποψης παρουσιάζεται ένα χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο του εξωτερικού εμπορίου.

Από το 1981 στην Αλβανία εφαρμόζεται το 7ο πεντάχρονο σχέδιο στηριζόμενο απόλυτα στις δυνάμεις και στις δυνατότητες της χώρας. Το πεντάχρονο αυτό ο όγκος της κοινωνικής παραγωγής και των επενδύσεων θα είναι μεγαλύτερος από εκείνον που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια των πρώτον τεσσάρων πεντάχρονων παρμένα μαζί 1951 -1970, ενώ ο όγκος των εξαγωγών θα είναι ακόμη μεγαλύτερος.

Η αστικό - ρεβιζιονιστική προπαγάνδα προσπαθεί να διαδώσει και να καλλιεργήσει στους λαούς το αίσθημα της υπόκυψης και υποταγής έναντι των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων.

Οι εχθροί της σοσιαλιστικής οικοδόμησης αρνούνται την Αρχή της στήριξης στις δυνάμεις σου και για να την δυσφημίσουν τη χαρακτηρίζουν σαν «αυτάρκεια», σαν το «κλείσιμο στο εθνικό κέλυφος», σαν «αυτοαπομόνωση». Αυτοί επιθυμούν όπως η Σοσιαλιστική Αλβανία να ανοίξει τις θύρες της διείσδυσης των ξένων κεφαλαίων, των πολυεθνικών εταιριών, να απλώσει το χέρι για «βοήθεια» και πιστώσεις στις ιμπεριαλιστικές υπερδυνάμεις, πράγμα που θα οδηγούσε στην απώλεια της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας. Ο αλβανικός λαός όμως επιθυμεί να είναι ελεύθερος και ανεξάρτητος στο έδαφος του, με σκοπό να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία της χώρας.

Στο σύνταγμα της ΛΣΔ Αλβανίας κατοχυρώνεται: «Απαγορεύονται οι παραχωρήσεις, η ίδρυση εταιριών ή άλλων οικονομικών και χρηματιστικών ιδρυμάτων ξένων ή κοινών με τα μονοπώλια και τα καπιταλιστικά κράτη, αστικά και ρεβιζιονιστικά, καθώς και η λήψη πιστώσεων από αυτά» (Σύνταγμα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας, σελ. 21, άρθρο 28).

Το στήριγμα στις δυνάμεις σου δεν σημαίνει καθόλου αυτοαπομόνωση από τον εξωτερικό κόσμο, από τους τεχνικό - επιστημονικούς δεσμούς με τις άλλες χώρες. Αντίθετα αυτή δημιουργεί την πιο γερή και την πιο σταθερή βάση για ίσους και με αμοιβαίο όφελος δεσμούς και συνεργασία μ’ όλες εκείνες τις χώρες που επιθυμούν ένα τέτοιο πράγμα. Και είναι γεγονός ότι η ΛΣΔ Αλβανίας έχει σήμερα κανονικές διπλωματικές σχέσεις με 100 περίπου κράτη και κάνει εμπόριο με πολλά απ’ αυτά.

* * *

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Όργανο της Οργάνωσης των Κομμουνιστών Μαρξιστών - Λενινιστών Ελλάδας, Χρόνος 3, Αριθ. Φύλλου 10, Οκτώβρης 1984

Κυριακή, Ιανουαρίου 23, 2011

ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ– Οι αντιμαρξιστικές θεωρητικολογίες των ρεβιζιονιστών σχετικά με τη στάση του προλετριάτου έναντι των αστικών στρατών

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ», Όργανο της Οργάνωσης των Κομμουνιστών Μαρξιστών - Λενινιστών Ελλάδας, Χρόνος 3, Αριθ. Φύλλου 9, Σεπτέμβρης 1984

ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ

ΟΙ ΑΝΤΙΜΑΡΞΙΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΗΤΙΚΟΛΟΓΙΕΣ ΤΩΝ ΣΟΒΙΕΤΙΚΩΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΩΝ

Ρ.Σ. Τιράνων, 23.10.83

Στις σημερινές συνθήκες, το ζήτημα της στάσης του προλεταριάτου έναντι του αστικού κράτους γενικά και έναντι του αστικού στρατού, ιδιαίτερα, έχει μεγάλη σημασία όχι μόνο θεωρητική αλλά και πραχτική. Κι αυτό επειδή οι σημερινοί στρατοί σ’ όλες τις αστικές και ρεβιζιονιστική χώρες χρησιμεύουν όσο ποτέ άλλοτε, σαν τα κυριότερα όργανα της δύναμης της αστικής τάξης για να καταπνίξει κάθε δημοκρατικό και επαναστατικό κίνημα και επειδή η επανάσταση συγκρούεται άμεσα και αντιμέτωπα με τον αστικό στρατό.

Ο Μαρξ και αργότερα ο Λένιν, επιχειρηματολογώντας την αναγκαιότητα και το αναπόφευκτο της προλεταριακής επανάστασης, τόνισαν ότι το βασικό ζήτημα της επανάστασης, είναι το ζήτημα της κρατικής εξουσίας, το ζήτημα της συντριβής της στρατιωτικογραφειοκρατικής μηχανής του αστικού κράτους και της δημιουργίας της νέας εξουσίας του λαού, το κράτος της διχτατορίας του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο, τόνισαν αυτοί, δεν μπορεί να πάρει έτοιμη την παλιά κρατική μηχανή και να την χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του, αλλά αφού την συντρίψει πρέπει να δημιουργήσει τα νέα όργανα της νέας εξουσίας, της διχτατορίας του προλεταριάτου.

Στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού, όταν η επανάσταση, όπως επιχειρηματολόγησε ο Λένιν, έγινε ζήτημα της ημέρας, ταυτόχρονα και η αντίδραση έγινε το κυριότερο χαρακτηριστικό της κυριαρχίας της αστικής τάξης. Στις συνθήκες αυτές, όπου παράλληλα με την αύξηση και την εξαιρετική ενίσχυση του γραφειοκρατικού μηχανισμού, αυξήθηκε όσο ποτέ και ο στρατιωτικός και καταπιεστικός μηχανισμός του αστικού κράτους. Οι αστικοί στρατοί έγιναν τα κυριότερα όργανα της δύναμης της αστικής κρατικής εξουσίας, η πιο σίγουρη ασπίδα της αστικής πειθαρχίας, της υπεράσπισης της κυριαρχίας του κεφαλαίου, της διαπαιδαγώγησης των εργαζομένων να υπακούουν και να υποτάσσονται σαν σκλάβοι στο κεφάλαιο. Να γιατί το ζήτημα της νίκης της προλεταριακής επανάστασης, συνδέεται αναπόφευκτα και με το ζήτημα της στάσης έναντι του αστικού στρατού. Καμιά επανάσταση, τονίζει ο Λένιν, δεν έκανε και δεν μπορεί να κάνει χωρίς την αποδιοργάνωση του στρατού.

Οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές που επεξεργάστηκαν την πιο πλέρια θεωρία και πραχτική του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, έτσι όπως για όλα τα βασικά προβλήματα της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας και της επαναστατικής πραχτικής και για το ζήτημα της στάσης του προλεταριάτου και του κομμουνιστικού του κόμματος έναντι του σημερινού αστικού και αντιδραστικού στρατού.

Έτσι ο αστός μελετητής Σατίλα, μιλώντας για το πρόβλημα αυτό, προπαγανδίζει την άποψη σχετικά με την λεγόμενη δημοκρατικοποίηση του στρατού, την ειρηνική μεταμόρφωσή του, μέσω διάφορων μεταρρυθμίσεων και την μετατροπή του βαθμιαία σε δημοκρατικό και κοινωνικό στρατό. Με την δημοκρατικοποίηση του παλιού σοβιετικού ρεβιζιονιστικού στρατού, όπως εκφράζεται ο ρεβιζιονιστής αυτός θεωρητικολόγος στο περιοδικό «Βαρπρόζι Φιλοζόφι», εννοούν το σύνολο τέτοιων δημοκρατικών μετασχηματισμών, που μπορούν να συντρίψουν την στρατιωτική οργάνωση του προεπαναστατικού εκμεταλλευτικού κράτους, τα μέτρα που οδηγούν στην αλλαγή των αντιλαϊκών καθηκόντων της και της κοινωνικής της φύσης της επανάστασης.

Όπως φαίνεται και οι ρεβιζιονιστικές απόψεις σχετικά με την δημοκρατικοποίηση του αστικού στρατού και της αλλαγής της φύσης και των καθηκόντων του, στην ουσία είναι ρεφορμιστικές και αντεπαναστατικές.

Ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια στο έργο «Ο ευρωκομμουνισμός είναι αντικομμουνισμός» μιλώντας για το ζήτημα της επανάστασης στις σημερινές συνθήκες, αναφέρεται ιδιαίτερα και στο ζήτημα της στάσης της προλεταριακής επανάστασης, έναντι του σημερινού αστικού στρατού. Αυτός τονίζει ότι οι αρχές, οι νόμοι και η οργανωτική δομή των αστικών στρατών, είναι τέτοιοι που επιτρέπουν στην αστική τάξη να ασκεί τον έλεγχο της, να διατηρεί και να προετοιμάζει τον στρατό σαν στραγγαλιστή της επανάστασης και των λαών. Αυτό δείχνει τον έντονο ταξικό και αντιδραστικό χαραχτήρα του αστικού στρατού.

Ο αστικός στρατός, τονίζει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια μιας χώρας, ανεξάρτητα από τις δημοκρατικές παραδόσεις, είναι αντιλαϊκός και προορίζεται για την υπεράσπιση της κυριαρχίας της αστικής τάξης και την πραγματοποίηση των επεκτατικών επιδιώξεών της. Και γι’ αυτό δεν μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της δυνατότητας της αλλαγής της φύσης και των καθηκόντων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι μαρξιστές - λενινιστές θεωρούν τον αστικό στρατό σαν απαραβίαστο φρούριο. Αντίθετα αυτοί ωθούμενοι από τα βασικά συμφέροντα της επανάστασης, θεωρούν την πάλη για την αποσύνθεση και συντριβή του στρατού, σαν μια από τις κατευθύνσεις αποφασιστικής σημασίας για την νίκη της επανάστασης.

Σήμερα τονίζει ο σύντροφος Ενβέρ Χότζια, η επανάσταση συναντάει δυο μεγάλα προβλήματα. Από το ένα μέρος χρειάζεται να τραβήξει με το μέρος της την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να πάει κανείς στην επανάσταση, κι από το άλλο μέρος, να αποθαρρύνει και να αποσυνθέσει τον αστικό στρατό, ο οποίος καταστέλλει την επανάσταση. Επομένως οι μαρξιστές - λενινιστές θέτουν το ζήτημα της αποθάρρυνσης, της αποσύνθεσης και της συντριβής του σημερινού αστικού στρατού, και όχι, όπως ισχυρίζονται οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές και ευρωκομμουνιστές, αυτό της αλλαγής της φύσης και των καθηκόντων του μέσω των λεγόμενων «δημοκρατικών και ειρηνικών μεταμορφώσεων».

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν τίποτε το κοινό με τα διδάγματα του Λένιν, σχετικά με την δουλειά των μαρξιστών - λενινιστών για την αποθάρρυνση, την αποσύνθεση και την συντριβή του αστικού κράτους. Αντίθετα είναι πλαστογραφία και διαστρέβλωση με καθορισμένο αντεπαναστατικό σκοπό.

Οι ανταγωνιστικές αντιθέσεις μεταξύ της καπιταλιστικής και ρεβιζιονιστικής αστικής τάξης, από την μια και του προλεταριάτου και των εργαζομένων μαζών από την άλλη, αντανακλώνται και στους στρατούς των χωρών αυτών. Η μάζα των στρατιωτών που αποτελείται από παιδιά εργατών και αγροτών, έχει συμφέροντα διαμετρικά αντίθετα με τον χαραχτήρα και την αποστολή που αναθέτει η αστική τάξη στο στρατό, γι’ αυτό αυτός είναι σε διένεξη με το διοικητικό σώμα τους αξιωματικούς, που είναι το εκτελεστικό χέρι της καπιταλιστικής αστικής τάξης, εκπαιδευμένοι και διαπαιδαγωγημένοι να υπηρετούν με ζήλο τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Γι’ αυτό η δουλειά του μαρξιστικού - λενινιστικού κόμματος επιδιώκει να εξεγείρει τον στρατιώτη ενάντια στο διοικητικό σώμα, να τον κάνει να μην εκτελεί τις διαταγές, την πειθαρχία και τους νόμους της αστικής τάξης, να σαμποτάρουν τα όπλα, για να μην τα χρησιμοποιήσει ενάντια στο λαό, να πείσει την μάζα των στρατιωτών να περάσει με το μέρος της επανάστασης, στρέφοντας τα όπλα ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους καταπιεστές της χώρας του και στους καταχτητικούς στρατούς των άλλων ιμπεριαλιστικών χωρών. Οι πραγματικοί μαρξιστές - λενινιστές όμως είναι πεπεισμένοι και για κάτι άλλο. Για το ότι η προλεταριακή και απελευθερωτική επανάσταση, έτσι όπως δεν μπορεί να νικήσει χωρίς την αποσύνθεση και την συντριβή του παλιού στρατού, έτσι δεν μπορεί να κάνει και χωρίς να δημιουργήσει ταυτόχρονα τον νέο στρατό του προλεταριάτου.

Ο Λένιν, έχει επιχειρηματολογήσει, ότι μια καταπιεζόμενη τάξη που δεν προσπαθεί να έχει όπλα και να μάθει την χρησιμοποίηση των όπλων, είναι προορισμένη να ζήσει σαν σκλάβος για όλη την ζωή της. Γι’ αυτό τονίζει με δύναμη την αναγκαιότητα του εξοπλισμού της προλεταριακής επανάστασης, της δημιουργίας εξοπλισμένων τμημάτων του προλεταριάτου και των εργαζομένων μαζών. Η αναγκαιότητα αυτή απορρέει από τον νόμο της βίαιης επανάστασης.

Ένα κόμμα της εργατικής τάξης που δεν προβλέπει θερμές στιγμές, χτυπήματα και συγκρούσεις με τις δυνάμεις της καπιταλιστικής αστικής τάξης, δεν είναι, πραγματικό επαναστατικό κόμμα. Οι σκληρές στιγμές του αγώνα, οι αναπόφευκτες και στις σκληρές στιγμές αυτές αγώνα, δεν αρκούν μόνο οι παράνομες προπαγανδιστικές βάσεις. Στις στιγμές αυτές το κομμουνιστικό κόμμα πρέπει να δημιουργήσει και την αγωνιστική βάση, να έχει δημιουργήσει τις δυνάμεις της κρούσης.

Η πείρα της Οχτωβριανής επανάστασης, της λαϊκής επανάστασης στην Αλβανία κλπ. δείχνει ξεκάθαρα ότι η νίκη της επανάστασης επιτυγχάνεται σαν αποτέλεσμα της αποσύνθεσης και της συντριβής των παλιών αστικών στρατών και της δημιουργίας του στρατού, καθοδηγούμενου από το κομμουνιστικό κόμμα, αποτελούμενο από εργάτες και αγρότες και άλλους εργαζόμενους της πόλης και του χωριού και καθοδηγούμενο επίσης από στελέχη βγαλμένα από τους κόλπους των μαζών στην φωτιά του επαναστατικού αγώνα.